« 'Εμείναμεν σαν πρόβατα χωρίς βοσκόν στον κάμπον' | Main | Εγκατάλειψη... »
February 3, 2006
Η αληθινή ιστορία
Τό πρωί, πέντε η ώρα όλα ήτανε ήσυχα. Τό πρωί ήτανε κρατημένο από δύο κλαδιά πού ακουμπούσανε εδώ καί χρόνια στό τζάμι της κουζίνας καί μέ τόν αέρα χτυπούσαν τά μυνήματά τους σέ όλους μέσαστό σπίτι. Τό πρωί, ήτανε ένα γλυκό τσαμπί μιάς ξενιασιάς πού όμοια της δέν γνώρισε ανθρώπου νους.
Πόσο δύσκολο είναι νά ξυπνήσεις. Πόσο δύσκολο είναι νά σηκωθείς καί νά προχωρήσεις μέσα σέ ένα σκοτεινό δωμάτιο μέ μόνο φώς τό φώς τής ψυχής σου. Δέν ήθελε νά σηκωθεί. Δέν ήθελε. Ετσι μόνη τωρα εδώ καί λίγες ώρες δέν της έμεινε παρα ή ζέστη από τό στρώμα, ή εικόνα της ζωής πού ξέφυγε από την πορεία της ή μοιρα πού μάς πήρε όλους τό κατόπι. Κάτω από τό πάπλωμα τό άσπρο νυχτικό είχε μαζευτεί στραβά κατω από τό σώμα της καί τά πόδια της είχαν ιδρώσει ακουμπισμένα τό ένα πάνω στό άλλο. Είχε ταχυπαλμία μά ήταν φυσικό. Είχε ταχυπαλμία κάθε πρωί. Μά κάθε πρωί στά τελευταία πέντε χρόνια. Κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι καί κάθε βράδυ. Κάθε στιγμή καί κάθε ώρα. Όλα είχανε γιίνει τόσο μά τόσο φυσιολογικά. Πώς νά ζήσεις έτσι πώς νά ηρεμήσεις;
Τίναξε μέ τό χέρι της τά σκεπάσματα καί η γωνία από τό πάπλωμα την άφησε ξεσκάπαστη. Ό θόρυβος τού πρωινού καί τό κρύο άγγιξαν τό κορμί της καί εισχώρησαν βαθειά. Όλα θά ήταν τόσο μά τόσο εύκολα σήμερα. Καί τόσο μά τόσο ήσυχα. Σάν ψεύτικο της φαίνονταν τούτη τη στιγμή σαν νά μην μπορούσε κανείς νά νιώσει τόσο ανάλαφρος. Όλα θά λύνονταν όλα θά περνούσαν όλα θά γινόταν διάφανα καί καθαρά σάν ένα κρύσταλλο, σάν τό μεγάλο κρυστάλινο βάζο πού τούς είχαν χαρίσει στό γάμο τους καί πού τά παιδιά έριξαν κάτω καί θρυμμάτισαν σέ χίλια μικρά κομμάτια πού γιά χρόνια μετά συνέχισε νά βρίσκει κάτω από καναπέδες έπιπλα καί πρόσωπα σ΄όλο τό σπίτι.
Σηκώθηκε. Ή ώρα δέν περνούσε όπως ποτέ δέν περνά τό πρωί. Δέν την ένιαζε, δέν βιαζόταν μά δέν ανυσηχούσε κι όλας γιά τίποτε. Πέρασε ένα χέρι στά μαλλιά της καί πήγε πρός τό μπανιο. Κάθησε στη λεκάνη σηκώνοντας τό νυχτικό της καί κατεβαζωντας τό εσώρουχό της. Ο γλυκός θόρυβος της ροής ξύπνησε μέσα της μιά δίψα καί μιά αναπόληση γιά άλλες στιγμές γιά άλλα πρωινά καί διαφορετικές ημέρες πρίν από πολλά χρόνια όταν ήταν παιδί, όταν δέν υπήρχε τίποτε από όλα αυτά γυρω της. Χαμογέλασε καί βγήκε πρός τό δωμάτιό της. Μέ μιά παιδιάστικη χάρη πέταξε τό νυχτικό καί άφησε τό κορμί της νά λάμψει στό σκοτεινό δωμάτιο. Άνοιξε τή ντουλάπα αί κοίταξε τόν εαυτό της στόν καθρέφτη. Δέν εμεινε τίποτε πιά πού νά μή ξέρει πού να μην αναγνωρίζει πού νά φοβάται. Ολα ήτανε πιά τόσο γνωστά καί τόσο πεζά. Τόσο αδιαφορα. Γιά όλους καί για την ίδια. Μόνο στά πρωινά πού κοιτούσε τον εαυτό της στόν καθρέφτη ξέφευγε κάποια ακτίνα ιδιοτροπίας από τό κορμί της καί εμπαινε στόν νού της σάν χαμόγελο από περαστικό διαβάτη. Και τότε χαμογελούσε κι αυτή. Ένα χαμόγελο τόσο μά τόσο ειρωνικό. Μιά γελοιότητα γραμμένη σέ μιά γκριμάτσα τού προσώπου χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρυσμα. Τί ώρα νάταν.
Έσκυψε καί φόρεσε τό παντελόνι της. Ένα εφαρμοστό μπλού τζήν πού μόλις χωρούσανε τά χέρια της στις τσέπες. Φόρεσε καί την μαύρη της μπλούζα πού αγαπούσε πολύ ό Γιάννης καί προσπάθησε νά ζεστάνει τά ρούχα της μέ τό κορμί της. Πόσο μονόδρομα ήτανε όλα. Πόσο οδηγούσανε όλα στό ΄διο σημείο. Απ΄ τό ζεστό στό κρύο, απ τό πρωί στό βράδυ, απ την τάξη στην αταξία απ΄ την ζωή στό θάνατο. Από την γέννηση τού χρόνου μέχρικαί τό τέλος του όλα ακολουθούσαν τόν ίδιο ρυθμό καί την ίδια απελπιστική κατεύθυνση. Μά ήξερε πολύ καλά πώς δέν ειναι δυνατόν νά υπα΄ρξει τέλος χωρίς αρχή, ζεστό χωρίς κρύο, βράδυ χωρίς πρωί, τάξη χωρίς αταξία. Θάνατος χωρίς ζωή. Κι αυτο της ήτανε αρκετό γιά νά της γεμίσει τό νού μέ την απάντηση σέ ολα της τά ερωτήματα, μέ μιά σιγουριά ανείπωτη, απρόσωπη. Ατρόμητη.
Στην κουζίνα γέμισε τό ποτηρι της μέ κρύο γάλα καί κοίταξε την μέρα πού ξεκινούσε από την ανατολή. Καλή μέρα θά ήταν. χειμωνιάτικη μά καλή. Γεμάτη ελπίδα καί ξενιασιά. Όλα άλλωστε πρέπει νά είναι γεμάτα ελπίδα καί ξενιαστά. Σήμερα. Εκείνη την στιγμή περσσότερο από κάθε άλλη. Τό πρωινό εκείνο περισσότερο από κάθε άλλο. Άνοιξε σιγανά τό ραδιόφωνο νά μην ξυπνήσει τά παιδιά. Τόσο δύσκολο νά διαλέξει κανείς σταθμό τά πρωινά. ‘So take a look at me now, here stands just an empty space, and youre coming back to me is against all odds, it’s the chance I ve got to face’ ούρλιαξε ό Phil Collince καί γρήγορα άλλαξε τον σταθμό σέ κάτι άλλο. Τά λόγια τού εκφωνητή μίλησαν γιά ένα κομάτι κλασικής μουσικής από κάποιον συνθέτη ονόματι Μάλερ πού δέν είχε ποτέ της ξανακούσει. Οι πρώτες συγχορδίες της αρεσαν καί τό άφησε νά παίζει πίνωντας την τελευταία γουλιά καί πηγαίνωντας στό δωμάτιο των παιδιων. Καθώς μπήκε μέσα στό σκοτεινό δωμάτιο με την γλυκιά μυρουδιά αποφάσισε πώς έπρεπε νά κλάψει. Μά σταμάτησε καί απλώς προχώρησε πρός τά τρία κρεβάτια μέσα στό ημίφως της μουσικής.
Η μεγάλη, ή Μαρία είχε κλείσει τά εννιά πρίν από ένα μήνα. Πώς νά της εξηγήσει. Πώς νά την κάνει νά καταλάβει; Δέν υπήρχε λόγος. Ήξερε μονάχα πώς θά την μισούσε. Μά δέν είχε πιά άλλη επιλογή. Τί θά έκανε τί θά σκεφτόταν; Σημερα αύριο καί γιά πάντα. Τί θά γινότανε μές στην καρδιά της. Χάιδεψε τά μακρυά μαλλιά χωρίς νά αγγίξει τό κορμί. Δέν θά μπορούσε νά αντέξει την ζέστη τού κορμιού εκείνο τό πρωί. Μονάχα θά ήθελε νά δεί τά μάτια της, μά δέν ήθελε νά την ξυπνήσει. Καί έτσι την άφησε καί πηγε στό διπλανό κρεβάτι.
Ο Γιώργος. Έξι χρονών καί τόσο μά τόσο όμορφος. Μέ τά ξανθά μαλλάκια του καί τα γλυκά του χείλη πού της στόλιζαν τό μαγουλο μέ φιλάκια τόσες φορές κάθε μέρα. Τόν αγαπούσε τόσο καί την αγαπούσε τόσο. Τώρα τί θά έλεγε. Τώρα καί αύριο καί πάντα. Όλα θά ήτανε ένα όνειρο γι αυτόν. Σέ έναν ύπνο από τον οποίο δέν θά μπορούσε νά ξεφύγει. Νά έβλεπε άραγε κάποια στιγμή τόν μονόδρομο στον οπποίο βρισκόταν; Τί ερώτημα κι αυτό; Τόσο μά τόσο ανόητο καί τόσο μά τόσο παράλογο. Τόν σκέπασε μέ τό πάπλωμα του καί αφησε μόνο τό κεφαλάκι τουέξω. Νά μην ξυπνήσουν μόνο. ξανασκέφτηκε.
Καί η Σοφία. Η μικρή. Μόλις τεσσάρων. Μέ τά κοντά μαλλάκια της καί τό μικρό της χεράκι ακουμπισμένο γλυκά πλάι στό πρόσωπό της. Ας είναι. Ας είναι όλα όπως πρέπει νά είναι. Ας είναι η ζωή γεννημένη από τίς ψυχές πού διαλύονται σάν καπνός σέ κλειστό δωμάτιο, αφήνωντας μιά ιδέα καί μια μυρουδιά. Γιά νά μάς ζεί. Νά μάς κραταέι όλους τούς υπόλοιπους. Καί την μικρή Σοφία πού θά θελε τόσο νά σφίξει στην αγγαλιά της. Ίσως θά πρεπε νά κλάψει τωρα. Μά ούτε καί τώρα θά μπορούσε. Όλα θά τέλειωναν εκει αν είχε την δύναμη νά κλάψει. Μά την είχε χάσει εδώ καί χρόνια. Εδώ καί αιώνες καί χιλιετίες. Όλες οι γυναίκες έχασαν την δυναμη νά κλαίνε με την Ευα. Καί ποιός την κέρδισε; Όχι βέβαια οι άντρες, μά ίσως τό φίδι. Ίσως τά παιδιά. Καί οι τρελλοί κι οι καθυστερημένοι πού τούς βλέπεις στά ψυχιατρεία μέ ρυάκια από δάκρυα σκαμένα στά παραμορφωμένα πρόσωπά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της καί ξαναμπήκε στην κουζίνα. Πίσω της ό ήλιος την χαιρετούσε. Κάθησε στό τραπέζι καί πήρε μιά μονάχα βαθειά ανάσα. Στό χέρι της βρέθηκε πολύ γρήγορα τό πιστόλι καί ο θόρυβός του την κοίμισε γιά παντα. Τό πρωί ήταν ακόμη ήσυχο, τό δέντρο συνέχισε νά χτυπάει τό τζάμι λές καί ήταν άνθρωπος πού ήθελε νά περάσει μέσα.
Posted by Basileios at February 3, 2006 10:28 AM
Trackback Pings
TrackBack URL for this entry:
http://www.sporadikos-logos.org/mty/mt-tb.cgi/549
Comments
ΥΓ1. Το κείμενο γράφτηκε πριν 6 χρόνια και στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός.
Posted by: Basileios at February 3, 2006 1:47 PM