« January 2006 | Main | March 2006 »
February 28, 2006
Περι μεταφράσεων ο λόγος
Το να κάνεις μια μετάφραση ενός έργου - είτε λογοτεχνικού είτε τεχνικού - είναι κάθε άλλο από ένα απλό ζήτημα. Η απλή ανάγνωση ενός έργου αν και νοητικά μπορεί να φέρει την κατανόησή του η μεταγραφή του σε μια νέα γλώσσα είναι έργο τόσο δύσκολο που να φαντάζει αδύνατο μερικές φορές.
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι δεν υπάρχει 1-1 αμφισημία μεταξύ των λέξεων δυο γλωσσών ούτε το γεγονός ότι δεν υπάρχει καν 1-1 αμφισημία μεταξύ των νοηματικών εννοιών που οι λέξεις αναπαραστούν. Είναι το γεγονός πως ανάμεσα σε σένα και την μετάφραση υπεισέρχεται πολλές φορές η ιδεά που λέγεται 'εκδότης'.
Η εμπειρία μου με τον ελληνικό χώρο της μετάφρασης και των εκδόσεων περιορίζεται σε δύο τεχνικά βιβλία που μετέφρασα πριν 6 χρόνια με πραγματικό πόνο ψυχής και με αντίτιμο που δεν μεταφράζεται - ευτυχώς - στα λίγα χρήματα που πήρα γι αυτές τις μεταφράσεις. Ακούστε την ιστορία των δύο βιβλίων:
Το πρώτο ήταν εξαιρετικά interdsciplinary και εξαιρετικά ριζοσπαστικό στην ουσία και έννοιά του. Η ροή του αρχικού - αγγλικού - βιβλίου ήταν εξαιρετικά λογοτεχνική και πέρασα ένα μεγάλο τμήμα της μετάφρασης στο να περάσω την ροή και τις έννοειες στην ελληνική γλώσσα. Αποτέλεσμα; Αν και πληρώθηκα για την μετάφραση το βιβλίο δεν εκδόθηκε ποτέ...
Το δεύτερο βιβλίο ήταν εξαιρετικά πιο βατό στην μετάφρασή του αλλά η φύση του έργου ήταν τέτοια που δεν θα ήταν δυνατόν να μεταφράσεις το έργο λέξη προς λέξη. Απαιτούνταν σημαντική γλωσσική 'επέμβαση' - ας το πω - για να μην αποτελεί μια κοινοτυπία, ένα μεταξύ των πολλών. Αποτέλεσμα; Το βιβλίο εκδόθηκε μα υπέστη μια τόσο απίστευτη 'γλωσσική επιμέλεια' (μη χέσω) απο ανθρώπους που πιστεύουν πως τα ελληνικά πρέπει να είναι ξύλινα, που αν και σήμερα βρίσκεται σε βιβλιοπωλεία με το όνομά μου στην μέσα (ευτυχώς) σελίδα δεν είμαι διόλου περήφανος γι' αυτό. Ένα ξερό βιβλίο που είναι για μένα πραγματικά αδιάβαστο...
Αυτό ήταν και το τέλος των μεταφράσεων στον ελληνικό χώρο για μένα.
Posted by Basileios at 12:07 PM | Comments (2) | TrackBack
February 27, 2006
Ορισμός της ΄κουλτούρας'
...μερικές φορές με πιάνουν μαζοχιστικές τάσεις. Όπως το να ακούσω ολόκληρο το Der Ring des Nibelungen του Wagner χωρίς να έχω καλά καλά διαμορφωμένη άποψη αν μου αρέσει η όχι.
Ακούγωντας την Πράξη Ι σκηνή ΙΙΙ από τις Βαλκυρίες χτες το μεσημέρι δεν ήταν δυνατόν να μην έρθει στο μυαλό μου η σκηνή της επίθεσης με τα ελικόπτερα από το Αποκάλυψη Τώρα.
Θυμήθηκα έναν παλιο 'ορισμό' τους 'κουλτουριάρη': Είναι αυτός που ακούγωντας την William Tell Overture δεν θυμάται συνειρμικά τον Lone Ranger.
Posted by Basileios at 12:26 PM | Comments (0) | TrackBack
February 24, 2006
Ρητά για παρανοϊκούς
1. You may never get to touch the Master, but you can tickle his creatures.
2. The innocence of the creatures is in inverse proportion to the immorality of the Master.
3. If they can get you asking the wrong questions, they don't have to worry about answers.
4. You hide, they seek.
5. Paranoids are not paranoid because they're paranoid, but because they keep putting themselves, fucking idiots, deliberately into paranoid situations.
-- Από το Gravity's Rainbow του Thomas Pynchon, V237, 241, 251, 262, & 292
Posted by Basileios at 12:59 PM | Comments (0) | TrackBack
February 16, 2006
E pluribus unum
Μάτια πού οι στιγμές αφήσαν στό πλευρό μας
ώρες μακρινές πού η καρδιά μας αγαπούσε
τά όπλα τής στιγμής ν΄αναπλαστούν στό χέρι
μέ τον σταυρό την ανθρωπιά τή χάρη.
Αυτές οί μέρες μέ ξεπλένουν σ΄ακρογιάλια
σπιτιών πού τώρα χάσανε την θάλασσα
πού τά ανύπαρκτα ταβάνια τους
κρατάνε την βροχή
καί πού οι ασπροβαμμένες εκκλησιές τής συνοικίας
καίγονται απ΄την φωτιά τής φύσης.
Γύρισα ξανά πλάι στό σπίτι σου
νά βρώ τά βήματα πού αφήσαμε μαζί
ψάχνωντας γιά κείνες τίς στιγμές.
Οι ώρες τών καπνισμένων καφενείων
καί των αναζητήσεων. Εκ βαθέων.
Τό ψέμμα η υποκρισία η κρυπτοφάνεια
βήματα κι αυτά τής βρώμικης ψυχής.
Ένοχος καί καταδικασμένος τριγυρνώ
καί όλα τά βάρη τού κόσμου κουβαλάω.
στην θυσία τής στιγμής η λύτρωση
στίς ώρες τού πρωινού η δροσιά.
Κί αν μεθυσμένη ήσουνα καί τα λόγια σου
δέν ήτανε παρα αναθυμιάσεις
κί αν αποφάσισες νά γράψεις γιά αγάπες
σέ στιγμές περίεργης αναμονής
τότε καί σύ σάν όλους μας
την ίδια πιά αξίζεις κατηγόρια.
Ντροπή στίς ώρες νά φορτώνουμε αμαρτίες
καί στίς νεράιδες τό αίμα τών αμνών.
Ξυπνάν τά βήματα τής αγάπης
έρχεται ζάλη στίς φυτείες τών καπνών.
Posted by Basileios at 11:47 AM | Comments (0) | TrackBack
February 14, 2006
Ο επιστήμονας σαν λογοτεχνικός εγωιστής II
Όταν πρωτοδιάβασα το σχόλιο αυτό του Eliot - θετικός επιστήμονας εν τω γεννάσθαι εκείνη την εποχή - μου φάνηκε εξαιρετικά περίεργο που ένας 'φιλόλογος' εκφραζόταν με έναν σχετικά περιφρονητικό τρόπο για το μυαλό και την κρίση των επιστημόνων. Σε σχετικότερη πολύ παλιώτερη διαδικτυακή συζήτηση κάποιος γύρισε το σχόλιο στο κάτωθι:
The ordinary intelligence is good only for certain classes of objects; a brilliant man of letters, if he is interested in science at all, may conceive grotesque judgements: like one scientist because he reminds him of himself, or another because he expresses theories which he admires; he may use science, in fact, as the outlet for the egotism which is suppressed in his own speciality.
Η αλήθεια είναι τελικά πως υπάρχουνε τόσα στεγανά στην αθρώπινη γνώση μέσα και από μια καθαρά βιολογική διαφορά ανθρώπων που ασχολούνται με τα γράμματα σε σχέση με ανθρώπους που ασχολούνται με θετικές επιστήμες (βλέπε μαθηματικά), αλλά μέσα και από την συνεχώς αυξανόμενη εξειδίκευση τόσο στα γράμματα όσο και στις επιστήμες που ακόμη και η αναστροφή του σχολίου του Eliot δεν φτάνει για να το ανατρέψει.
Ίσως η φράση κλειδί στο σχόλιο να είναι το ordinary intelligence.
Posted by Basileios at 6:44 AM | Comments (6) | TrackBack
February 13, 2006
Ο επιστήμονας σαν λογοτεχνικός εγωιστής
The ordinary intelligence is good only for certain classes of objects; a brilliant man of science, if he is interested in poetry at all, may conceive grotesque judgements: like one poet because he reminds him of himself, or another because he expresses emotions which he admires; he may use art, in fact, as the outlet for the egotism which is suppresed in his own speciality.
T.S. Eliot από το "The sacred wood"
Posted by Basileios at 10:38 AM | Comments (1) | TrackBack
February 10, 2006
'The Book of Illusions' by Paul Auster
Ο μαρκήσιος ντε Σαντ είχε ζητήσει στην διαθήκη του το κάψιμο όλων του των έργων. Ο Κάφκα το ίδιο. Για καλό ή για κακό όμως οι επιθυμίες τους δεν εισακούστηκαν. Να υπήρχαν άραγε άλλες μεγαλοφυίες του ιδίου ή μεγαλύτερου μεγέθους με την ίδια ευχή που όμως εισακούστηκαν και γνώρισαν την λήθη και την μεταφυσική νιρβάνα που ο ντε Σαντ και ο Κάφκα ποτέ δεν θα γνωρίσουν;
Το ερώτημα είναι εντελώς θεωρητικό μια που τα πρόσωπα αυτά δεν υπήρξαν ποτέ αφού δεν άφησαν πίσω τους τίποτε πέρα από την σκιά τους. Ένα δέντρο που πέφτει σε ένα έρημο δάσος δεν κάνει θόρυβο. Έτσι δεν είναι;
Το The Book of Illusions είναι ένα έργο για μια σειρά από υπέρβασεις. Την υπέρβαση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, την υπέρβαση της υστεροφημίας, την υπέρβαση της ίδιας της ζωής. Και οι υπερβάσεις αυτές με την σειρά τους στηρίζονται σε μια σειρά από γεγονότα 'τύχης' (ή ατυχίας αν θέλετε) που θα δημιουργήσουν τους χαρακτήρες και τα γεγονότα με τρόπους απίθανους μεν, ρεαλιστικούς δε. Ο Paul Auster κατ' εξοχήν στηρίζει την φιλοσοφία του (όπως και ο Kiesklowski) στο τυχαίο και αν όλες οι υπερβάσεις φάινονται να δουλεύουν ρολόι μέσα στο The Book of Illusions, το 'τυχαίο' φαίνεται τελικά να είναι η μόνη ουσιαστική παρουσία και ο μόνος παράγοντας που κανείς από τους ήρωες (ή μάλλον αντι-ήρωες που ηρωποιούνται χωρίς την θέλησή τους) δεν μπορεί να υπερβεί.
Το βιβλίο δεν τελειώνει μέ αίσθημα κάθαρσης στον αναγνώστη. Φαίνεται όμως πώς το ίδιο το βιβλίο αποτέλεσε μια κάθαρση για τον συγγραφέα.
Posted by Basileios at 11:47 AM | Comments (4) | TrackBack
February 8, 2006
Εγκατάλειψη...
(Με αφορμή τα λογοτεχνικά άγχη...)
Είναι η πρώτη φορά που έχω εγκαταλείψει το γράψιμο ενός βιβλίου στην μέση. Στα προηγούμενα τέσσερα όλα προχώρούσαν με ρυθμούς που φαινόταν μην έξαρτώνται από εμένα. Εγώ φαινόταν να ήμουν ένα εργαλείο για όλα όσα τελικά δεν είχαν σχέση με μένα, το μυαλό και την γραφή μου. Για πρώτη όμως φορά με αυτό εδώ σταμάτησα κάπου στις 35.000 λέξεις και δεν μπορώ να δω τον εαυτό μου να συνεχίζει.
Να φταίνε τα λόγια του Cyril Connolly: "There is no more sombre enemy of good art than the pram in the hall"¨?
Να φταίνε τα άγχη της ζωής που πέφτουνε με δύσκολους ρυθμούς χωρίς σταματημό;
Να φταίνε οι ώρες που φαίνονται να λιγοστεύουν καθώς αυξάνονται όσα ΠΡΕΠΕΙ να κάνω;
Κι όμως καμιά από τις εξηγήσεις αυτές δεν είναι η σωστή. Φταίει πως για πρώτη φορά με αυτό το έργο νιώθω πως γράφω κάτι που θέλω. Φταίει πως για πρώτη φορά φαίνεται να έχω συναίσθηση (ή ίσως συναισθησία) του κειμένου και των πραγμάτων που γράφω σε ένα επίπεδο που στα τελευταία δέκα χρόνια ποτέ δεν είχα.
Μερικές φορές ωριμάζει κανείς πολύ δύσκολα.
Posted by Basileios at 10:21 AM | Comments (2) | TrackBack
February 3, 2006
Η αληθινή ιστορία
Τό πρωί, πέντε η ώρα όλα ήτανε ήσυχα. Τό πρωί ήτανε κρατημένο από δύο κλαδιά πού ακουμπούσανε εδώ καί χρόνια στό τζάμι της κουζίνας καί μέ τόν αέρα χτυπούσαν τά μυνήματά τους σέ όλους μέσαστό σπίτι. Τό πρωί, ήτανε ένα γλυκό τσαμπί μιάς ξενιασιάς πού όμοια της δέν γνώρισε ανθρώπου νους.
Πόσο δύσκολο είναι νά ξυπνήσεις. Πόσο δύσκολο είναι νά σηκωθείς καί νά προχωρήσεις μέσα σέ ένα σκοτεινό δωμάτιο μέ μόνο φώς τό φώς τής ψυχής σου. Δέν ήθελε νά σηκωθεί. Δέν ήθελε. Ετσι μόνη τωρα εδώ καί λίγες ώρες δέν της έμεινε παρα ή ζέστη από τό στρώμα, ή εικόνα της ζωής πού ξέφυγε από την πορεία της ή μοιρα πού μάς πήρε όλους τό κατόπι. Κάτω από τό πάπλωμα τό άσπρο νυχτικό είχε μαζευτεί στραβά κατω από τό σώμα της καί τά πόδια της είχαν ιδρώσει ακουμπισμένα τό ένα πάνω στό άλλο. Είχε ταχυπαλμία μά ήταν φυσικό. Είχε ταχυπαλμία κάθε πρωί. Μά κάθε πρωί στά τελευταία πέντε χρόνια. Κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι καί κάθε βράδυ. Κάθε στιγμή καί κάθε ώρα. Όλα είχανε γιίνει τόσο μά τόσο φυσιολογικά. Πώς νά ζήσεις έτσι πώς νά ηρεμήσεις;
Τίναξε μέ τό χέρι της τά σκεπάσματα καί η γωνία από τό πάπλωμα την άφησε ξεσκάπαστη. Ό θόρυβος τού πρωινού καί τό κρύο άγγιξαν τό κορμί της καί εισχώρησαν βαθειά. Όλα θά ήταν τόσο μά τόσο εύκολα σήμερα. Καί τόσο μά τόσο ήσυχα. Σάν ψεύτικο της φαίνονταν τούτη τη στιγμή σαν νά μην μπορούσε κανείς νά νιώσει τόσο ανάλαφρος. Όλα θά λύνονταν όλα θά περνούσαν όλα θά γινόταν διάφανα καί καθαρά σάν ένα κρύσταλλο, σάν τό μεγάλο κρυστάλινο βάζο πού τούς είχαν χαρίσει στό γάμο τους καί πού τά παιδιά έριξαν κάτω καί θρυμμάτισαν σέ χίλια μικρά κομμάτια πού γιά χρόνια μετά συνέχισε νά βρίσκει κάτω από καναπέδες έπιπλα καί πρόσωπα σ΄όλο τό σπίτι.
Σηκώθηκε. Ή ώρα δέν περνούσε όπως ποτέ δέν περνά τό πρωί. Δέν την ένιαζε, δέν βιαζόταν μά δέν ανυσηχούσε κι όλας γιά τίποτε. Πέρασε ένα χέρι στά μαλλιά της καί πήγε πρός τό μπανιο. Κάθησε στη λεκάνη σηκώνοντας τό νυχτικό της καί κατεβαζωντας τό εσώρουχό της. Ο γλυκός θόρυβος της ροής ξύπνησε μέσα της μιά δίψα καί μιά αναπόληση γιά άλλες στιγμές γιά άλλα πρωινά καί διαφορετικές ημέρες πρίν από πολλά χρόνια όταν ήταν παιδί, όταν δέν υπήρχε τίποτε από όλα αυτά γυρω της. Χαμογέλασε καί βγήκε πρός τό δωμάτιό της. Μέ μιά παιδιάστικη χάρη πέταξε τό νυχτικό καί άφησε τό κορμί της νά λάμψει στό σκοτεινό δωμάτιο. Άνοιξε τή ντουλάπα αί κοίταξε τόν εαυτό της στόν καθρέφτη. Δέν εμεινε τίποτε πιά πού νά μή ξέρει πού να μην αναγνωρίζει πού νά φοβάται. Ολα ήτανε πιά τόσο γνωστά καί τόσο πεζά. Τόσο αδιαφορα. Γιά όλους καί για την ίδια. Μόνο στά πρωινά πού κοιτούσε τον εαυτό της στόν καθρέφτη ξέφευγε κάποια ακτίνα ιδιοτροπίας από τό κορμί της καί εμπαινε στόν νού της σάν χαμόγελο από περαστικό διαβάτη. Και τότε χαμογελούσε κι αυτή. Ένα χαμόγελο τόσο μά τόσο ειρωνικό. Μιά γελοιότητα γραμμένη σέ μιά γκριμάτσα τού προσώπου χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρυσμα. Τί ώρα νάταν.
Έσκυψε καί φόρεσε τό παντελόνι της. Ένα εφαρμοστό μπλού τζήν πού μόλις χωρούσανε τά χέρια της στις τσέπες. Φόρεσε καί την μαύρη της μπλούζα πού αγαπούσε πολύ ό Γιάννης καί προσπάθησε νά ζεστάνει τά ρούχα της μέ τό κορμί της. Πόσο μονόδρομα ήτανε όλα. Πόσο οδηγούσανε όλα στό ΄διο σημείο. Απ΄ τό ζεστό στό κρύο, απ τό πρωί στό βράδυ, απ την τάξη στην αταξία απ΄ την ζωή στό θάνατο. Από την γέννηση τού χρόνου μέχρικαί τό τέλος του όλα ακολουθούσαν τόν ίδιο ρυθμό καί την ίδια απελπιστική κατεύθυνση. Μά ήξερε πολύ καλά πώς δέν ειναι δυνατόν νά υπα΄ρξει τέλος χωρίς αρχή, ζεστό χωρίς κρύο, βράδυ χωρίς πρωί, τάξη χωρίς αταξία. Θάνατος χωρίς ζωή. Κι αυτο της ήτανε αρκετό γιά νά της γεμίσει τό νού μέ την απάντηση σέ ολα της τά ερωτήματα, μέ μιά σιγουριά ανείπωτη, απρόσωπη. Ατρόμητη.
Στην κουζίνα γέμισε τό ποτηρι της μέ κρύο γάλα καί κοίταξε την μέρα πού ξεκινούσε από την ανατολή. Καλή μέρα θά ήταν. χειμωνιάτικη μά καλή. Γεμάτη ελπίδα καί ξενιασιά. Όλα άλλωστε πρέπει νά είναι γεμάτα ελπίδα καί ξενιαστά. Σήμερα. Εκείνη την στιγμή περσσότερο από κάθε άλλη. Τό πρωινό εκείνο περισσότερο από κάθε άλλο. Άνοιξε σιγανά τό ραδιόφωνο νά μην ξυπνήσει τά παιδιά. Τόσο δύσκολο νά διαλέξει κανείς σταθμό τά πρωινά. ‘So take a look at me now, here stands just an empty space, and youre coming back to me is against all odds, it’s the chance I ve got to face’ ούρλιαξε ό Phil Collince καί γρήγορα άλλαξε τον σταθμό σέ κάτι άλλο. Τά λόγια τού εκφωνητή μίλησαν γιά ένα κομάτι κλασικής μουσικής από κάποιον συνθέτη ονόματι Μάλερ πού δέν είχε ποτέ της ξανακούσει. Οι πρώτες συγχορδίες της αρεσαν καί τό άφησε νά παίζει πίνωντας την τελευταία γουλιά καί πηγαίνωντας στό δωμάτιο των παιδιων. Καθώς μπήκε μέσα στό σκοτεινό δωμάτιο με την γλυκιά μυρουδιά αποφάσισε πώς έπρεπε νά κλάψει. Μά σταμάτησε καί απλώς προχώρησε πρός τά τρία κρεβάτια μέσα στό ημίφως της μουσικής.
Η μεγάλη, ή Μαρία είχε κλείσει τά εννιά πρίν από ένα μήνα. Πώς νά της εξηγήσει. Πώς νά την κάνει νά καταλάβει; Δέν υπήρχε λόγος. Ήξερε μονάχα πώς θά την μισούσε. Μά δέν είχε πιά άλλη επιλογή. Τί θά έκανε τί θά σκεφτόταν; Σημερα αύριο καί γιά πάντα. Τί θά γινότανε μές στην καρδιά της. Χάιδεψε τά μακρυά μαλλιά χωρίς νά αγγίξει τό κορμί. Δέν θά μπορούσε νά αντέξει την ζέστη τού κορμιού εκείνο τό πρωί. Μονάχα θά ήθελε νά δεί τά μάτια της, μά δέν ήθελε νά την ξυπνήσει. Καί έτσι την άφησε καί πηγε στό διπλανό κρεβάτι.
Ο Γιώργος. Έξι χρονών καί τόσο μά τόσο όμορφος. Μέ τά ξανθά μαλλάκια του καί τα γλυκά του χείλη πού της στόλιζαν τό μαγουλο μέ φιλάκια τόσες φορές κάθε μέρα. Τόν αγαπούσε τόσο καί την αγαπούσε τόσο. Τώρα τί θά έλεγε. Τώρα καί αύριο καί πάντα. Όλα θά ήτανε ένα όνειρο γι αυτόν. Σέ έναν ύπνο από τον οποίο δέν θά μπορούσε νά ξεφύγει. Νά έβλεπε άραγε κάποια στιγμή τόν μονόδρομο στον οπποίο βρισκόταν; Τί ερώτημα κι αυτό; Τόσο μά τόσο ανόητο καί τόσο μά τόσο παράλογο. Τόν σκέπασε μέ τό πάπλωμα του καί αφησε μόνο τό κεφαλάκι τουέξω. Νά μην ξυπνήσουν μόνο. ξανασκέφτηκε.
Καί η Σοφία. Η μικρή. Μόλις τεσσάρων. Μέ τά κοντά μαλλάκια της καί τό μικρό της χεράκι ακουμπισμένο γλυκά πλάι στό πρόσωπό της. Ας είναι. Ας είναι όλα όπως πρέπει νά είναι. Ας είναι η ζωή γεννημένη από τίς ψυχές πού διαλύονται σάν καπνός σέ κλειστό δωμάτιο, αφήνωντας μιά ιδέα καί μια μυρουδιά. Γιά νά μάς ζεί. Νά μάς κραταέι όλους τούς υπόλοιπους. Καί την μικρή Σοφία πού θά θελε τόσο νά σφίξει στην αγγαλιά της. Ίσως θά πρεπε νά κλάψει τωρα. Μά ούτε καί τώρα θά μπορούσε. Όλα θά τέλειωναν εκει αν είχε την δύναμη νά κλάψει. Μά την είχε χάσει εδώ καί χρόνια. Εδώ καί αιώνες καί χιλιετίες. Όλες οι γυναίκες έχασαν την δυναμη νά κλαίνε με την Ευα. Καί ποιός την κέρδισε; Όχι βέβαια οι άντρες, μά ίσως τό φίδι. Ίσως τά παιδιά. Καί οι τρελλοί κι οι καθυστερημένοι πού τούς βλέπεις στά ψυχιατρεία μέ ρυάκια από δάκρυα σκαμένα στά παραμορφωμένα πρόσωπά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της καί ξαναμπήκε στην κουζίνα. Πίσω της ό ήλιος την χαιρετούσε. Κάθησε στό τραπέζι καί πήρε μιά μονάχα βαθειά ανάσα. Στό χέρι της βρέθηκε πολύ γρήγορα τό πιστόλι καί ο θόρυβός του την κοίμισε γιά παντα. Τό πρωί ήταν ακόμη ήσυχο, τό δέντρο συνέχισε νά χτυπάει τό τζάμι λές καί ήταν άνθρωπος πού ήθελε νά περάσει μέσα.
Posted by Basileios at 10:28 AM | Comments (1) | TrackBack