« Death by Water | Main | Εχθροί.... »
November 3, 2005
What the Thunder Said.
Τί είπε ή βροντή
Μετά τόν πυρσό κόκκινο σέ ιδρωμένα πρόσωπα
μετά την παγωμένη σιωπή στούς κήπους
μετά την αγωνία στά πέτρινα μέρη
οι φωνές καί τά κλάμματα
Φυλακή καί παλάτι κι αντανάκλαση
τού κεραυνού της ανοιξης πίσω από μακρινά βουνά.
Αυτός πού έζησε είναι τώρα νεκρός
Εμείς πού ζήσαμε τώρα πεθαίνουμε
Μέ λίγη υπομονή.
Εδώ δέν υπάρχει νερό μά μονάχα πέτρα
Πέτρα καί όχι νερό κάι ό σκονισμένος δρόμος
Ο δρόμος πού σκαρφαλώνει πρός τά επάνω στά βουνά
πούναι βουνά από πέτρα χωρίς νερό.
Αν υπήρχε νερό έπρεπε νά σταματήσουμε νά πιούμε
ανάμεσα στίς πέτρες δέν μπορείς νά σταματήσεις ή νά σκεφτείς
Ο ιδρώτας ξερός καί τά πόδια στήν άμμο
Μόνο νά υπήρχε νερό ανάμεσα στήν πέτρα
Νεκρό βουνό στόμα μέ σάπια δόντια πού δέν μπορεί νά φτύσει
Εδώ κανείς δέν μπορεί νά σταθεί, νά ξαπλώσει ή νά καθήσει
Δέν υπάρχει ουτε κάν σιωπή στό βουνό
Μόνο ξερή στείρα βροντή χωρίς βροχή
Δέν υπάρχει ουτε μοναξιά στό βουνό
Μά κόκκινα σιωπηλα πρόσωπα πού άγρια μουγκρίζουν
Πίσω από πόρτες σπιτιών από ξεραμένη λάσπη
Μόνο νά υπήρχε νερό
δίχως πέτρα
Να υπήρχε η πέτρα
καί τό νερό
Κάι νερό
Μιά πηγή
μιά λιμνούλα ανάμεσα στίς πέτρες
Νά υπήρχε μονάχα ό ήχος τού νερού
Κάι όχι τού τζίτζικα
Νά τραγουδά στό ξερό χορτάρι
Μά ο ήχος τού νερού πάνω στίς πέτρες
Εκεί πού η κίχλη τραγουδά πάνω στά πεύκα
Ντρίπ ντρόπ ντρίπ ντρόπ ντρίπ ντρόπ
Μά δέν υπάρχει νερό
Ποιός είναι ό τρίτος πού περπατάει δίπλα σου
Όταν μετρώ είμαστε εγώ καί σύ μαζί
Μά όταν κοιτάω μακριά στόν άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κι άλλος ένας πού περπατάει δίπλα σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σ΄εναν καφέ μανδύα, μέ μιά κουκούλα
δέν ξέρω άν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μά ποιός είναι αυτός στήν άλλη μεριά από σένα;
Τί ειναι αυτός ό θόρυβος εκεί ψηλά
ψίθυρος τού θρήνου κάποιαας μάνας
Ποιές είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές πού ορμούν
σ΄ατέλειωτα πεδία,σκοντάφτωντας στήν σκαγμένη γή
τρυγιρισμένοι μόνο μέ τόν επίπεδο ορίζοντα
Ποιά είναι η πόλη πίσω από τά βουνά
πού σπάει κι αλλάζει κάι σκάει στόν βιολετί αγέρα
Πεσμένοι πύργοι
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάνδρια
Βιέννη Λονδίνο
Ψεύτικες
Μιά γυναίκα εβγαλε τά δεμένα μαύρα της μαλλιά
καί βιόλισε ψιθυριστή μουσική σέ τούτες τίς χορδές
καί οι νυχτερίδες μέ μωρουδίσια πρόσωπα στό βιολετί τό φώς
σφύριζαν καί χτυπούσαν τά φτερά τους
καί σύρθηκαν με τό κεφάλι κάτω στόν μαυρισμένο τοίχο
κι ανάποδα στόν αγέρα στέκονταν πύργοι
χτυπώντας καμπάνες ανάμνησης, πού κρατούν τίς Ώρες
κάι μέ φωνές πού τραγουδούν μέσα από άδειες στέρνες καί εξαντλημένα πηγάδια
Σ΄αυτήν την εκφυλισμένη τρύπα μέσα στά βουνά
στό θαμπό φεγγαρόφως, τό χορτάρι τραγουδάει
πάνω απ΄τούς ρημαγμένους τάφους καί τό ξωκλήσι
Εκεί τό άδειο ξωκλήσι σπίτι μονάχα τού ανέμου
χωρίς παράθυρα καί μέ πόρτες πού χτυπούν
ξερά κόκαλα κανέναν δέν μπορούνε να πειράξουν
μόνο ένας κόκορας στάθηκε στην στέγη
κοκο ρικο κοκο ρικο
σέ μιά λάμψη αστραπής. Κί ύστερα ένα υγρός αγέρας
έφερε βροχή
Ό Γάγγης βυθίστηκε, καί τά μαραμένα φύλλα
περίμεναν βροχή, ενώ τά μαύρα σύννεφα
μαζεύτηκαν μακριά πάνω από τό Χιμαβάτ
Η ζούγκλα μαζεύτηκε καμπούριασε στην σιωπή
καί τότε μίλησε η βροντή
ΝΤΑ
Ντάτα: τί δώσαμε;
Φίλε μου, τό αίμα μού κουνάει την καρδιά
τό απαίσιο θράσσος μιάς στιγμής παραίτησης
πού μιά εποχή σοφίας δέν μπορεί ν΄αφαιρέσει
μ αυτό, καί μόνο αυτό, υπήρξαμε
αυτό πού δέν θά βρεθεί στίς νεκρολογίες μας
ή στίς αναμνήσεις πού υφάνθηκαν από την χρήσιμη αράχνη
ή κατω απ΄τίς σφραγίδες π΄ανοιξαν λεπτοί δικηγόροι
στά άδεια μας δωμάτια
ΝΤΑ
Νταγιαντβαμ: Άκουσα τό κλειδί
νά γυρνά στην κλειδωνιά μιά φορά καί νά γυρνά μιά φορά μόνο
σκεφτόμαστε τό κλειδί ο καθένας στην φυλακή του
σκεπτόμενοι τό κλειδί, βεβαιώνουμε την φυλακή μας
καί μόνο τήν νύχτα, αιθέριες φήμες
ξαναζωντανευουνε γιά μιά στιγμή έναν σπασμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Νταμιάτα: Η βάρκα απάντησε
χαρούμενα στό χέρι, επιδέξιο στό πανί καί τό κουπί
Η θάλασσα ήρεμη, ή καρδια σου θά απάντούσε
χαρούμενα, αν την προσκαλούσαν, χτυπώντας υπάκουη
κατω από χέρια ελεγχόμενη
Κάθησα στην ακτή
ψαρεύωντας, μέ τό ξερό χωράφι πίσω μου
Νά βάλω τουλάχιστο σέ τάξη τήν γή μου;
Η γέφυρα του Λονδίνου πέφτει κάτω πέφτει κάτω πέφτει κάτω
Poi s’ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon- Ώ σπουργίτι σπουργίτι
Le Prince d’ Aquitaine a la tour abolie
Αυτά τά ψήγματα μάζεψα στην ακροθαλασσιά δίπλα στά ερείπια μου
Why then Ile fit you. Hieronymo’s mad againe.
Ντάτα Νταγιαντβάμ Νταμιάτα
Σαντίγ σαντίγ σαντίγ
Posted by Basileios at November 3, 2005 1:57 PM