« A Game of Chess | Main | Death by Water »

November 1, 2005

The Fire Sermon

Τό κύρηγμα τής φωτιάς

Η σκηνή τού ποταμού έσπασε, τά τελευταία δάκτυλα από τα φύλλα
αρπάζωνται καί βυθίζονται στην βρεγμένη όχθη. Ό αγέρας
διασχίζει την καφέ χώρα, αθόρυβος. Οι νύμφες φύγανε.
Γλυκιέ μου Τάμεση, τρέξε αργά, το τραγούδι να τελειώσω.
Τό ποτάμι δέν έχει άδεια μπουκάλια, χαρτια από σάντουιτς
μεταξωτά μαντίλια, χαρτοκούτια, αποτσίγαρα.
Ή άλλες αποδείξεις από καλοκαιρινές νύχτες. Οι νύμφες φύγανε.
Κι οι φίλοι τους, οι απομείναντες διάδοχοι τών διευθυντών τής Πόλης.
Φύγανε χωρίς καμιά διεύθυνση ν αφήσουν.
Πλάι στά νερά τού Λέμαν κάθησα νά κλάψω…
Γλυκιέ μου Τάμεση, τρέξε αργά τό τραγούδι νά τελειώσω
Γλυκιέ μου Τάμεση, γιατί η φωνή μου ειναι λίγη καί σιγανή.
Μά στην πλάτη μου σέ μιά κρύα ριπή ακούω
τό τρίξιμο από τα κόκαλα, καί ενα ψιθύρισμα ν΄απλωνεται από αυτί σ΄αυτί.

Ένας αρουραίος βγήκε μαλακά από τά χόρτα
σέρνωντας την βρωμερή κοιλιά του πάνω στην όχθη
καθώς ψάρευα στό βαρετό κανάλι
ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πίσω από τό Γκάζι
σκεφτόμενος τού βασιλιά αδερφού μου τό ναυάγιο
καί τού βασιλιά πατέρα μου πρίν απ΄αυτόν.
Ασπρα γυμνά κορμιά στό χαμηλό υγρό χώμα
καί πεταμένα κόκαλα σ΄έναν ξερό πυργίσκο
πού μόνο τό πόδι του αρουραίου ανακατεύει, χρόνο μέ τό χρόνο.
Μά πίσω από την πλάτη μου ακούω πού καί πού
τούς ήχους από μηχανές καί κουδουνίσματα, πού θά φέρουν
τόν Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ά τό φεγγάρι έλαμπε λαμπρό πάνω στην κυρία Πόρτερ
καί την κόρη της.
Πλένουν κι οι δυό τά πόδια τους σέ σόδα.
Et O ces voix d’ enfents, chantant dans la coupole!

Τουίτ Τουίτ Τουίτ
Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ
Τόσο άγρια βιασμένη
Τηρε

Ψεύτικη Πόλη
Κάτω απ΄την καφετιά ομίχλη τού χειμωνιάτικου μεσημεριού,
ο Κυριος Ευγενίδης, έμπορος απ΄την Σμύρνη
αξύριστος, μέ την τσέπη γεμάτη σταφίδες,
ασφάλεια Λονδίνου, απόδειξη όψεος,
μου ζήτησε μ΄απλά Γαλλικά
νά δειπνήσω μαζί τού στό ξενοδοχείο Κάνον
καί μετά ένα σαββατοκύριακο στό Μετροπόλ.

Στήν βίολετιά ώρα, όταν τά μάτια κι ή πλάτη
ανασηκώνονται επάνω απ΄τό γραφείο, όταν η ανθρώπινη μηχανή περιμένει
όπως ένα ταξί αναμμένο περιμένει,
Εγώ ό Τειρεσίας, αν καί τυφλός, ξεπηδώ ανάμεσα σέ δυό ζωές,
Γέρος, μέ ζαρωμένα γυναικεία στήθη, βλέπω
στήν βιολετιά ώρα, την απογευματινή ώρα πού πίσω
στό σπίτι γυρνά καί φέρνει τό ναυτικό απ΄την θάλασσα,
τη δακτυλογράφο, σπίτι στίς πέντε, να καθαρίζει τό πρωινό της, ν΄ανάβει
τό φούρνο, ν’ απλώνει τό φαγητό απ΄τίς κονσέρβες.
Έξω απ΄τό παράθυρο ξένιαστα απλωμένα
τά ρούχα νά στεγνώσουν αγγιγμένα απ΄τίς τελευαίες ακτίνες τού Ήλιου,
και στό ντιβάνι ριγμένα (τό βράδυ τό κρεβάτι της)
καλτσόν, παντόφλες, εσώρουχα.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέρος μέ ρυτιδωμένες θηλές
κατάλαβα την σκηνή καί προφήτεψα τά υπόλοιπα-
περίμενα καί γώ τόν αναμενόμενο επισκέπτη.
Αυτός, ό νεαρός μέ τίς ελιές, έφτασε,
ενός μικρού σπιτιού υπάλληλος, μέ τολμηρή ματιά,
ένας ασήμαντος πού πάνω του ή σιγουριά καθόταν
όπως μεταξωτό καπέλο, σέ εκατομμυριούχο απ΄τό Μπράντφορντ.
Ό χρόνος είναι τώρα κατάλληλος όπως πιστεύει,
τό φαγητό τέλειωσε καί πιά βαρέθηκε κουρασμένη,
σκοπεύει νά ετοιμασει νά τή γεμίσει μέ χάδια,
πού είναι ακόμη αποδεκτά, αν καί ίσως αθέλητα.
Κοκκινισμένος, αποφασισμένος αμέσως επιτίθεται,
τά χέρια εξερευνούν καί άμυνα δέν βρίσκουν
η ματαιότητα του δέν χρειάζεται ανταπόκριση
καί καλοσωρίζει την αδιαφορία.
(Καί γώ ό Τειρεσίας τα έχω πρωτουποφέρει όλα
καμωμένα σ΄αυτό τό ντιβάνι ή τό κρεβάτι.
Εγώ πού κάθησα στίς Θήβες πλάι στά τείχη
καί περπάτησα ανάμεσα στούς πιό ασήμαντους νεκρούς.)
Αφήνει ένα τελευταίο πατρικο φιλί
καί αρπάζει τό δρόμο βρίσκοντας τη σκάλα σκοτεινή.

Γυρνά, κοιτά γιά μιά στιγμη μές στόν καθρέφτη
αμυδρά καταλαβαίνωντας την φυγή τού εραστή
τό μυαλό της αφήνει μιά μισοκαμωμένη σκέψη:
‘Λοιπον έγινε. καί χαίρομαι πού τέλειωσε’.
Όταν η όμορφη γυναικα πέφτει στην ανοησία
κάι περπατά καί πάλι στό δωμάτιό της, μόνη,
ισιώνει τά μαλλιά μέ μιά αυτόματη κίνηση
κάι βάζει έναν δίσκο στό γραμμόφωνο.

‘Ή μουσική μέ ξάφνιασε από τά νερά’
καί καταμήκος τού Στράντ καί στην οδό Κουην Βικτορια
‘Ω Πόλη πόλη, ακούω μερικές φορές
πλάι σέ κάποιο μπάρ στην οδό Λοοερ Τάμς
τό ευχάριστο κλάμα ενός μαντολίνου
κάι μια ανακατωσούρα από μέσα
κεί πού οι ψαράδες περνούν τό μεσημέρι: κεί πού τα τείχη
τού μαρτυρα Μάγκους κρατούν
στό ανεξήγητο μεγαλείο τού Ιωνικού ασπρου καί χρυσού.

Τό ποτάμι ιδρώνει
πετρέλαιο καί πίσσα
οί βάρκες προχωρούν
μέ την κυκλική παλλίροια
κόκκινα πανιά
ανοιχτά
υπήνεμα, κουνιούνται στόν βαρύ ιστό
οί βάρκες πλένονται
κυλούν κορμοί
κάτω στό Γκρηνουιτς
κάι πέρα στήν Αιλ οφ Ντογκς
Γιλαλα ειλα
Γιαλαλα ειλαλα

H Ελισάβετ καί ο Λέστερ
χτυπούνε τά κουπιά τους
το κυμα εφτιαχνε
κλειστό καβούκι
κόκκινο χρυσό
το γρήγορο άπλωμα
κυμάτιζε στίς δυό όχθες
νοτιοδυτικός ο αέρας
έφερνε πρός τά κάτω
τό πετάλισμα απ΄τίς καμπάνες
Άσπροι πύργοι
Γιαλα λα ειλά
Γιαλαλά ειλά

‘Τράμ καί σκονισμένοι δρόμοι
Τό Χάιμπουρι μέ γέννησε τό Ρίτσμοντ καί τό Κιού
μέ ξέκαναν. Στό Ρίτσμοντ σήκωσα τα γόνατα
ανάσκελα ξαπλωμένη σέ μιά στενή βάρκα’

‘Τά πόδια μου στό Μούργκαητ, καί η καρδιά
κατω απ΄τα πόδια. Μετά τό γεγονός
έκλαψε. Υποσχέθηκε ‘‘μιά καινούρια αρχή’’
δέν τό σχολίασα. Τί νά απαρνηθώ;’

‘Στό Μάργκαητ Σάντς
μπορώ να ενώσω
το τίποτε μέ τίποτε
τά σπασμένα νυχια στά βρώμικα χέρια.
Άνθρωποι ταπεινοί άνθρωποι πού περιμένουν
Τίποτε.’
λα λα

Στήν Καρχηδόνα έφτασα

Καίγεται καίγεται καίγεται καίγεται
Ώ Κύριε εμέ διάλεξες
Ώ Κύριε εμέ

καίγεται

Posted by Basileios at November 1, 2005 4:06 PM

Comments

Post a comment




Remember Me?

(you may use HTML tags for style)