« October 2005 | Main | December 2005 »

November 26, 2005

Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου


Το πιο γνωστό - ίσως - ποίημα του Βάρναλη.



Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου



Δε λυγάνε τα ξεράδια

και πονάνε τα ρημάδια!

Kούτσα μια και κούτσα δυο,

της ζωής το ρημαδιό.



Mεροδούλι, ξενοδούλι!

Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·

ούλοι: δούλοι, αφεντικό

και μ' αφήναν νηστικό.



Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,

παραβγαίνανε στην παίδεια,                  10

με κοτρώνια στα ψαχνά,

φούχτες μύγα στ' αχαμνά!



Aνωχώρι, Kατωχώρι,

ανηφόρι, κατηφόρι

και με κάμα και βροχή,

ώσπου μού βγαινε η ψυχή.



Eίκοσι χρονώ γομάρι

σήκωσα όλο το νταμάρι

κ' έχτισα, στην εμπασιά

του χωριού, την εκκλησιά.                  20



Kαι ζεβγάρι με το βόδι

(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)

όργωνα στα ρέματα

τ' αφεντός τα στρέμματα.



Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"

κουβαλούσα πολυβόλα

να σκοτώνονται οι λαοί

για τ' αφέντη το φαΐ.



Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη

εκουβάλησα τη νύφη                        30

και την προίκα της βουνό,

την τιμή της ουρανό!



Aλλ' εμένα σε μια σφήνα

μ' έδεναν το Mάη το μήνα

στο χωράφι το γυμνό

να γκαρίζω, να θρηνώ.



Kι ο παπάς με την κοιλιά του

μ' έπαιρνε για τη δουλειά του

και μου μίλαε κουνιστός:

― Σε καβάλησε ο Xριστός!                  40



Δούλεβε για να στουμπώσει

όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.

Mη ρωτάς το πώς και τί,

να ζητάς την αρετή!



― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!

― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!

― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...

― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!



K' έλεα: όταν μιαν ημέρα

παρασφίξουνε τα γέρα,                  50

θα ξεκουραστώ κ' εγώ,

του θεού τ' αβασταγό!



Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!

Θα μου δώσουνε μια κόχη,

λίγο πιόμα και σανό,

σύνταξη τόσω χρονώ!



Kι όταν ένα καλό βράδι

θα τελειώσει μου το λάδι

κι αμολήσω την πνοή

(ένα πουφ! είν' η ζωή),                  60



η ψυχή μου θενά δράμει

στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,

τ' άσπρα, τ' αχερένια του

να φιλάει τα γένια του!...



Γέρασα κι ως δε φελούσα

κι αχαΐρευτος κυλούσα,

με πετάξανε μακριά

να με φάνε τα θεριά.



Kωλοσούρθηκα και βρίσκω

στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:            70

-"Xαίρε φως αληθινόν

και προστάτη των κτηνών!



Σώσε το γέρο κυρ Mέντη

απ' την αδικιά τ' αφέντη

συ που δίδαξες αρνί

τον κυρ λύκο να γενεί!



Tο σκληρόν αφέντη κάνε

από λύκο άνθρωπο κάνε!..."

Mα με την κουβέντ' αφτή

πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                  80



Tότενες το μάβρο φίδι

το διπλό του το γλωσσίδι

πίσου από την αστοιβιά

βγάζει και κουνάει με βια:



― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια

κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,

μα θεοί κι οξαποδώ

κει δεν είναι παρά δω.



Aν το δίκιο θες, καλέ μου,

με το δίκιο του πολέμου                  90

θα το βρείς. Oπού ποθεί

λεφτεριά, παίρνει σπαθί.



Mη χτυπάς τον αδερφό σου -

τον αφέντη τον κουφό σου!

Kαι στον ίδρο το δικό

γίνε συ τ' αφεντικό.



Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,

χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Aν ξυπνήσεις, μονομιάς

θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                  100



Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει

κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει

κι άλλος ήλιος έχει βγει

σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".

Posted by Basileios at 7:33 PM | Comments (0)

November 19, 2005

Εχθροί....

Εχθρος γαρ μοι κείνος ομώς Αίδαο πύλησιν

ός χ' έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είτε.

Ιλιάδα, Ι 312-313

(Εχθρός μου σαν τις πύλες του Άδη
αυτός που άλλα λέει και άλλα κρύβει στην καρδιά του)

Posted by Basileios at 7:50 AM | Comments (0)

November 3, 2005

What the Thunder Said.

Τί είπε ή βροντή

Μετά τόν πυρσό κόκκινο σέ ιδρωμένα πρόσωπα
μετά την παγωμένη σιωπή στούς κήπους
μετά την αγωνία στά πέτρινα μέρη
οι φωνές καί τά κλάμματα
Φυλακή καί παλάτι κι αντανάκλαση
τού κεραυνού της ανοιξης πίσω από μακρινά βουνά.
Αυτός πού έζησε είναι τώρα νεκρός
Εμείς πού ζήσαμε τώρα πεθαίνουμε
Μέ λίγη υπομονή.

Εδώ δέν υπάρχει νερό μά μονάχα πέτρα
Πέτρα καί όχι νερό κάι ό σκονισμένος δρόμος
Ο δρόμος πού σκαρφαλώνει πρός τά επάνω στά βουνά
πούναι βουνά από πέτρα χωρίς νερό.
Αν υπήρχε νερό έπρεπε νά σταματήσουμε νά πιούμε
ανάμεσα στίς πέτρες δέν μπορείς νά σταματήσεις ή νά σκεφτείς
Ο ιδρώτας ξερός καί τά πόδια στήν άμμο
Μόνο νά υπήρχε νερό ανάμεσα στήν πέτρα
Νεκρό βουνό στόμα μέ σάπια δόντια πού δέν μπορεί νά φτύσει
Εδώ κανείς δέν μπορεί νά σταθεί, νά ξαπλώσει ή νά καθήσει
Δέν υπάρχει ουτε κάν σιωπή στό βουνό
Μόνο ξερή στείρα βροντή χωρίς βροχή
Δέν υπάρχει ουτε μοναξιά στό βουνό
Μά κόκκινα σιωπηλα πρόσωπα πού άγρια μουγκρίζουν
Πίσω από πόρτες σπιτιών από ξεραμένη λάσπη
Μόνο νά υπήρχε νερό

δίχως πέτρα
Να υπήρχε η πέτρα
καί τό νερό
Κάι νερό
Μιά πηγή
μιά λιμνούλα ανάμεσα στίς πέτρες
Νά υπήρχε μονάχα ό ήχος τού νερού
Κάι όχι τού τζίτζικα
Νά τραγουδά στό ξερό χορτάρι
Μά ο ήχος τού νερού πάνω στίς πέτρες
Εκεί πού η κίχλη τραγουδά πάνω στά πεύκα
Ντρίπ ντρόπ ντρίπ ντρόπ ντρίπ ντρόπ
Μά δέν υπάρχει νερό

Ποιός είναι ό τρίτος πού περπατάει δίπλα σου
Όταν μετρώ είμαστε εγώ καί σύ μαζί
Μά όταν κοιτάω μακριά στόν άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κι άλλος ένας πού περπατάει δίπλα σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σ΄εναν καφέ μανδύα, μέ μιά κουκούλα
δέν ξέρω άν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μά ποιός είναι αυτός στήν άλλη μεριά από σένα;

Τί ειναι αυτός ό θόρυβος εκεί ψηλά
ψίθυρος τού θρήνου κάποιαας μάνας
Ποιές είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές πού ορμούν
σ΄ατέλειωτα πεδία,σκοντάφτωντας στήν σκαγμένη γή
τρυγιρισμένοι μόνο μέ τόν επίπεδο ορίζοντα
Ποιά είναι η πόλη πίσω από τά βουνά
πού σπάει κι αλλάζει κάι σκάει στόν βιολετί αγέρα
Πεσμένοι πύργοι
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάνδρια
Βιέννη Λονδίνο
Ψεύτικες

Μιά γυναίκα εβγαλε τά δεμένα μαύρα της μαλλιά
καί βιόλισε ψιθυριστή μουσική σέ τούτες τίς χορδές
καί οι νυχτερίδες μέ μωρουδίσια πρόσωπα στό βιολετί τό φώς
σφύριζαν καί χτυπούσαν τά φτερά τους
καί σύρθηκαν με τό κεφάλι κάτω στόν μαυρισμένο τοίχο
κι ανάποδα στόν αγέρα στέκονταν πύργοι
χτυπώντας καμπάνες ανάμνησης, πού κρατούν τίς Ώρες
κάι μέ φωνές πού τραγουδούν μέσα από άδειες στέρνες καί εξαντλημένα πηγάδια

Σ΄αυτήν την εκφυλισμένη τρύπα μέσα στά βουνά
στό θαμπό φεγγαρόφως, τό χορτάρι τραγουδάει
πάνω απ΄τούς ρημαγμένους τάφους καί τό ξωκλήσι
Εκεί τό άδειο ξωκλήσι σπίτι μονάχα τού ανέμου
χωρίς παράθυρα καί μέ πόρτες πού χτυπούν
ξερά κόκαλα κανέναν δέν μπορούνε να πειράξουν
μόνο ένας κόκορας στάθηκε στην στέγη
κοκο ρικο κοκο ρικο
σέ μιά λάμψη αστραπής. Κί ύστερα ένα υγρός αγέρας
έφερε βροχή

Ό Γάγγης βυθίστηκε, καί τά μαραμένα φύλλα
περίμεναν βροχή, ενώ τά μαύρα σύννεφα
μαζεύτηκαν μακριά πάνω από τό Χιμαβάτ
Η ζούγκλα μαζεύτηκε καμπούριασε στην σιωπή
καί τότε μίλησε η βροντή
ΝΤΑ
Ντάτα: τί δώσαμε;
Φίλε μου, τό αίμα μού κουνάει την καρδιά
τό απαίσιο θράσσος μιάς στιγμής παραίτησης
πού μιά εποχή σοφίας δέν μπορεί ν΄αφαιρέσει
μ αυτό, καί μόνο αυτό, υπήρξαμε
αυτό πού δέν θά βρεθεί στίς νεκρολογίες μας
ή στίς αναμνήσεις πού υφάνθηκαν από την χρήσιμη αράχνη
ή κατω απ΄τίς σφραγίδες π΄ανοιξαν λεπτοί δικηγόροι
στά άδεια μας δωμάτια
ΝΤΑ
Νταγιαντβαμ: Άκουσα τό κλειδί
νά γυρνά στην κλειδωνιά μιά φορά καί νά γυρνά μιά φορά μόνο
σκεφτόμαστε τό κλειδί ο καθένας στην φυλακή του
σκεπτόμενοι τό κλειδί, βεβαιώνουμε την φυλακή μας
καί μόνο τήν νύχτα, αιθέριες φήμες
ξαναζωντανευουνε γιά μιά στιγμή έναν σπασμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Νταμιάτα: Η βάρκα απάντησε
χαρούμενα στό χέρι, επιδέξιο στό πανί καί τό κουπί
Η θάλασσα ήρεμη, ή καρδια σου θά απάντούσε
χαρούμενα, αν την προσκαλούσαν, χτυπώντας υπάκουη
κατω από χέρια ελεγχόμενη

Κάθησα στην ακτή
ψαρεύωντας, μέ τό ξερό χωράφι πίσω μου
Νά βάλω τουλάχιστο σέ τάξη τήν γή μου;
Η γέφυρα του Λονδίνου πέφτει κάτω πέφτει κάτω πέφτει κάτω
Poi s’ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon- Ώ σπουργίτι σπουργίτι
Le Prince d’ Aquitaine a la tour abolie
Αυτά τά ψήγματα μάζεψα στην ακροθαλασσιά δίπλα στά ερείπια μου
Why then Ile fit you. Hieronymo’s mad againe.
Ντάτα Νταγιαντβάμ Νταμιάτα
Σαντίγ σαντίγ σαντίγ


Posted by Basileios at 1:57 PM | Comments (0)

November 2, 2005

Death by Water

Θάνατος από νερό.

Ο Φλήβας από την Φοινικία, νεκρός ένα δεκαπενθήμερο,
ξέχασε τίς κραυγές τών γλάρων, καί τό φουσκωμα της βαθιάς θαλασσας
καί τό κέρδος καί τη ζημιά.
Ένα ρεύμα απο την θάλασσα
ξεχώριζε τά κόκαλλα του σ΄ένα ψιθίρισμα. Όπως σηκώνοταν κι έπεφτε
πέρασε όλα τά στάδια της ηλικίας καί της νεότητας του
μπαίνωντας στην ρουφήχτρα.
Έλληνα κι Ιουδαίε
σύ πού γυρνάς τόν τροχό κάι κοιτάς προσήνεμα
σκέψου τόν Φλήβα πού σάν καί σέ ηταν ωραίος καί δυνατός.

Posted by Basileios at 6:53 AM | Comments (0)

November 1, 2005

The Fire Sermon

Τό κύρηγμα τής φωτιάς

Η σκηνή τού ποταμού έσπασε, τά τελευταία δάκτυλα από τα φύλλα
αρπάζωνται καί βυθίζονται στην βρεγμένη όχθη. Ό αγέρας
διασχίζει την καφέ χώρα, αθόρυβος. Οι νύμφες φύγανε.
Γλυκιέ μου Τάμεση, τρέξε αργά, το τραγούδι να τελειώσω.
Τό ποτάμι δέν έχει άδεια μπουκάλια, χαρτια από σάντουιτς
μεταξωτά μαντίλια, χαρτοκούτια, αποτσίγαρα.
Ή άλλες αποδείξεις από καλοκαιρινές νύχτες. Οι νύμφες φύγανε.
Κι οι φίλοι τους, οι απομείναντες διάδοχοι τών διευθυντών τής Πόλης.
Φύγανε χωρίς καμιά διεύθυνση ν αφήσουν.
Πλάι στά νερά τού Λέμαν κάθησα νά κλάψω…
Γλυκιέ μου Τάμεση, τρέξε αργά τό τραγούδι νά τελειώσω
Γλυκιέ μου Τάμεση, γιατί η φωνή μου ειναι λίγη καί σιγανή.
Μά στην πλάτη μου σέ μιά κρύα ριπή ακούω
τό τρίξιμο από τα κόκαλα, καί ενα ψιθύρισμα ν΄απλωνεται από αυτί σ΄αυτί.

Ένας αρουραίος βγήκε μαλακά από τά χόρτα
σέρνωντας την βρωμερή κοιλιά του πάνω στην όχθη
καθώς ψάρευα στό βαρετό κανάλι
ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πίσω από τό Γκάζι
σκεφτόμενος τού βασιλιά αδερφού μου τό ναυάγιο
καί τού βασιλιά πατέρα μου πρίν απ΄αυτόν.
Ασπρα γυμνά κορμιά στό χαμηλό υγρό χώμα
καί πεταμένα κόκαλα σ΄έναν ξερό πυργίσκο
πού μόνο τό πόδι του αρουραίου ανακατεύει, χρόνο μέ τό χρόνο.
Μά πίσω από την πλάτη μου ακούω πού καί πού
τούς ήχους από μηχανές καί κουδουνίσματα, πού θά φέρουν
τόν Σουήνη στην Κυρία Πόρτερ την άνοιξη.
Ά τό φεγγάρι έλαμπε λαμπρό πάνω στην κυρία Πόρτερ
καί την κόρη της.
Πλένουν κι οι δυό τά πόδια τους σέ σόδα.
Et O ces voix d’ enfents, chantant dans la coupole!

Τουίτ Τουίτ Τουίτ
Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ Τηρεωτ
Τόσο άγρια βιασμένη
Τηρε

Ψεύτικη Πόλη
Κάτω απ΄την καφετιά ομίχλη τού χειμωνιάτικου μεσημεριού,
ο Κυριος Ευγενίδης, έμπορος απ΄την Σμύρνη
αξύριστος, μέ την τσέπη γεμάτη σταφίδες,
ασφάλεια Λονδίνου, απόδειξη όψεος,
μου ζήτησε μ΄απλά Γαλλικά
νά δειπνήσω μαζί τού στό ξενοδοχείο Κάνον
καί μετά ένα σαββατοκύριακο στό Μετροπόλ.

Στήν βίολετιά ώρα, όταν τά μάτια κι ή πλάτη
ανασηκώνονται επάνω απ΄τό γραφείο, όταν η ανθρώπινη μηχανή περιμένει
όπως ένα ταξί αναμμένο περιμένει,
Εγώ ό Τειρεσίας, αν καί τυφλός, ξεπηδώ ανάμεσα σέ δυό ζωές,
Γέρος, μέ ζαρωμένα γυναικεία στήθη, βλέπω
στήν βιολετιά ώρα, την απογευματινή ώρα πού πίσω
στό σπίτι γυρνά καί φέρνει τό ναυτικό απ΄την θάλασσα,
τη δακτυλογράφο, σπίτι στίς πέντε, να καθαρίζει τό πρωινό της, ν΄ανάβει
τό φούρνο, ν’ απλώνει τό φαγητό απ΄τίς κονσέρβες.
Έξω απ΄τό παράθυρο ξένιαστα απλωμένα
τά ρούχα νά στεγνώσουν αγγιγμένα απ΄τίς τελευαίες ακτίνες τού Ήλιου,
και στό ντιβάνι ριγμένα (τό βράδυ τό κρεβάτι της)
καλτσόν, παντόφλες, εσώρουχα.
Εγώ ο Τειρεσίας, γέρος μέ ρυτιδωμένες θηλές
κατάλαβα την σκηνή καί προφήτεψα τά υπόλοιπα-
περίμενα καί γώ τόν αναμενόμενο επισκέπτη.
Αυτός, ό νεαρός μέ τίς ελιές, έφτασε,
ενός μικρού σπιτιού υπάλληλος, μέ τολμηρή ματιά,
ένας ασήμαντος πού πάνω του ή σιγουριά καθόταν
όπως μεταξωτό καπέλο, σέ εκατομμυριούχο απ΄τό Μπράντφορντ.
Ό χρόνος είναι τώρα κατάλληλος όπως πιστεύει,
τό φαγητό τέλειωσε καί πιά βαρέθηκε κουρασμένη,
σκοπεύει νά ετοιμασει νά τή γεμίσει μέ χάδια,
πού είναι ακόμη αποδεκτά, αν καί ίσως αθέλητα.
Κοκκινισμένος, αποφασισμένος αμέσως επιτίθεται,
τά χέρια εξερευνούν καί άμυνα δέν βρίσκουν
η ματαιότητα του δέν χρειάζεται ανταπόκριση
καί καλοσωρίζει την αδιαφορία.
(Καί γώ ό Τειρεσίας τα έχω πρωτουποφέρει όλα
καμωμένα σ΄αυτό τό ντιβάνι ή τό κρεβάτι.
Εγώ πού κάθησα στίς Θήβες πλάι στά τείχη
καί περπάτησα ανάμεσα στούς πιό ασήμαντους νεκρούς.)
Αφήνει ένα τελευταίο πατρικο φιλί
καί αρπάζει τό δρόμο βρίσκοντας τη σκάλα σκοτεινή.

Γυρνά, κοιτά γιά μιά στιγμη μές στόν καθρέφτη
αμυδρά καταλαβαίνωντας την φυγή τού εραστή
τό μυαλό της αφήνει μιά μισοκαμωμένη σκέψη:
‘Λοιπον έγινε. καί χαίρομαι πού τέλειωσε’.
Όταν η όμορφη γυναικα πέφτει στην ανοησία
κάι περπατά καί πάλι στό δωμάτιό της, μόνη,
ισιώνει τά μαλλιά μέ μιά αυτόματη κίνηση
κάι βάζει έναν δίσκο στό γραμμόφωνο.

‘Ή μουσική μέ ξάφνιασε από τά νερά’
καί καταμήκος τού Στράντ καί στην οδό Κουην Βικτορια
‘Ω Πόλη πόλη, ακούω μερικές φορές
πλάι σέ κάποιο μπάρ στην οδό Λοοερ Τάμς
τό ευχάριστο κλάμα ενός μαντολίνου
κάι μια ανακατωσούρα από μέσα
κεί πού οι ψαράδες περνούν τό μεσημέρι: κεί πού τα τείχη
τού μαρτυρα Μάγκους κρατούν
στό ανεξήγητο μεγαλείο τού Ιωνικού ασπρου καί χρυσού.

Τό ποτάμι ιδρώνει
πετρέλαιο καί πίσσα
οί βάρκες προχωρούν
μέ την κυκλική παλλίροια
κόκκινα πανιά
ανοιχτά
υπήνεμα, κουνιούνται στόν βαρύ ιστό
οί βάρκες πλένονται
κυλούν κορμοί
κάτω στό Γκρηνουιτς
κάι πέρα στήν Αιλ οφ Ντογκς
Γιλαλα ειλα
Γιαλαλα ειλαλα

H Ελισάβετ καί ο Λέστερ
χτυπούνε τά κουπιά τους
το κυμα εφτιαχνε
κλειστό καβούκι
κόκκινο χρυσό
το γρήγορο άπλωμα
κυμάτιζε στίς δυό όχθες
νοτιοδυτικός ο αέρας
έφερνε πρός τά κάτω
τό πετάλισμα απ΄τίς καμπάνες
Άσπροι πύργοι
Γιαλα λα ειλά
Γιαλαλά ειλά

‘Τράμ καί σκονισμένοι δρόμοι
Τό Χάιμπουρι μέ γέννησε τό Ρίτσμοντ καί τό Κιού
μέ ξέκαναν. Στό Ρίτσμοντ σήκωσα τα γόνατα
ανάσκελα ξαπλωμένη σέ μιά στενή βάρκα’

‘Τά πόδια μου στό Μούργκαητ, καί η καρδιά
κατω απ΄τα πόδια. Μετά τό γεγονός
έκλαψε. Υποσχέθηκε ‘‘μιά καινούρια αρχή’’
δέν τό σχολίασα. Τί νά απαρνηθώ;’

‘Στό Μάργκαητ Σάντς
μπορώ να ενώσω
το τίποτε μέ τίποτε
τά σπασμένα νυχια στά βρώμικα χέρια.
Άνθρωποι ταπεινοί άνθρωποι πού περιμένουν
Τίποτε.’
λα λα

Στήν Καρχηδόνα έφτασα

Καίγεται καίγεται καίγεται καίγεται
Ώ Κύριε εμέ διάλεξες
Ώ Κύριε εμέ

καίγεται

Posted by Basileios at 4:06 PM | Comments (0)