« Ο έρωτας και η κλανιά... | Main | A Game of Chess »

October 27, 2005

The burial of the dead


Η ταφή τών νεκρών


Ο Απρίλης ειναι ο σκληρότερος μήνας, ανθίζοντας
τά λίλα στήν νεκρή χώρα, μπλέκοντας
την μνήμη μέ τόν πόθο, ανακατέβοντας
τίς σκληρές ρίζες μ’ ανοιξιάτικη βροχή.
Ο χειμώνας μάς κράτησε ζεστούς, καλύπτωντας
την γή μ΄ ένα χιόνι λησμονιάς, ταιζωντας
λίγη ζωή μέ ξεραμένα μήλα.
Τό καλοκαίρι μας ξάφνιασε, όταν ερχόμασταν από τό Σταρνμπεργκερση
μέ μιά ψιλή βροχή. σταματήσαμε στούς στήλους
καί μέσα στόν ήλιο πήγαμε στό Χοφγκαρτεν,
κί ήπιαμε καφέ, καί μιλήσαμε γιά μια ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutch.
Κί όταν είμαστε παιδιά, μέναμε στού αρχιδούκα,
τού ξαδέρφου μου, μέ πήγε βόλτα μέ τό έλκηθρο
καί γώ φοβήθηκα. Καί μούπε, Μαρί,
Μαρί κρατήσου. Καί κυλάγαμε πρός τά κάτω.
Στά βουνά, αισθάνεσαι ελεύθερη.
Διάβαζω, πολλές ώρες την νύχτα, καί πάω στόν νότο τό χειμώνα.

Τί είναι οι ρίζες πού κρατούν, ποιά κλαδιά βγαίνουν
απ΄αυτά τά πέτρινα σκουπίδια; Υιε τού ανθρώπου,
δέν μπορείς νά πείς, ή να μαντέψεις, γιατί ξέρεις μονάχα
ένα σωρό σπασμένες εικόνες, εκέι πού τρυπάει ο ήλιος,
καί τό ξερό δέντρο δέν δίνει σκιά, ούτε τό τριζόνι ανακουφιση,
κί ούτε η ξερή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
κάτω απ΄αυτόν τόν κόκκινο βράχο υπάρχει σκιά,
(έλα καί σύ κάτω από την σκιά τού κόκκινου βράχου),
Καί θά σού δείξω κατι διαφορετικό
από την πρωινή σκιά σου πού πίσω σου σ΄ακολουθά,
κι από την απογευματινή σκιά σου πού ανατέλει να σέ συναντήσει.
Θά σού δείξω τόν φόβο σέ μιά χούφτα χώμα.

Frisch weht der Wind
Der heimat zu
Mein Ιrisch Kind,
Wo weilest du?

‘Μού δωσες υακίνθους πρώτη φορά πρίν ένα χρόνο.
Μέ λεγαν τό κορίτσι μέ τούς Υακίνθους’
-Όμως όταν ήρθες από τόν κήπο μέ τους Υάκινθους,
μέ τά χέρια σου γεμάτα κάι τά μαλλια βρεγμένα, δέν μπρούσα
νά μιλήσω, ή νά κρατήσω τά μάτια μου, δέν ήμουν
ούτε νεκρή ούτε ζωντανή, καί δέν ήξερα τίποτα
κοιτώντας μές στην καρδιά τού ήλιου, τήν σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.

Η Μαντάμ Σόσοστρις, διάσημη μάντισσα,
είχε κρυώσει άσχημα, όμως
είναι γνωστή σάν η σοφότερη γυναίκα τής Ευρώπης,
μέ την φοβερή της τράπουλα. Αυτό, μούπε
είναι τό χαρτί σου, ό πνιγμένος ναυτικός απ΄την Φοινικία,
(Αυτά ναι τά μαργαριτάρια πούτανε καποτε τά μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ ειναι η Μπελλαντόνα, ή Κυρία των βράχων
η Κυρία τών καταστάσεων.
Εδώ είναι ό αντρας μέ τά τρία μπαστούνια, εδώ ο Τροχός,
κι εδώ ό έμπορος μέ τόνα μάτι, κί αυτή η κάρτα
πούναι κενή, είναι κάτι πού κουβαλάει στην πλάτη του,
μά πού δέν μπορώ νά δώ. Δέν βρίσκω
τόν Κρεμασμένο. Νά φοβάσαι θάνατο από νερό.
Βλέπω πολλούς ανθρώπους νά περπατούν σέ κύκλο.
Ευχαριστώ. Αν δείτε την κυρία Εκουιτόνη
πέςτε της πώς θά φερω τό ωροσκόπιο η ίδια.
Πρέπει νά είναι κανείς προσεκτικός αυτές τίς μέρες.

Ψεύτικη Πόλη,
κάτω από την καφετιά ομίχλη μιάς χειμωνιάτικης αυγής
ένα πλήθος μπήκε από την γέφυρα τού Λονδινου, τόσοι πολλοί!
Δέν ήξερα πώς ο θάνατος είχε πάρει τόσους πολλούς.
Αναστεναγμοί ρηχοί, σπανια ακουγόταν
κι ο καθένας είχε τή ματιά μπροστά στά πόδια του.
Μπήκαν πάνω στόν λόφο καί στην οδό King William
οπού η αγία Μαρια του Γουλνοθ χτυπούσε τίς ‘Ωρες
μ΄ έναν νεκρό ήχο στόν τελευταίο κτύπο τών εννιά.
Εκεί είδα κάποιον πού ήξερα καί τον σταμάτησα φωνάζωντας: ‘Στέτσον!
εσύ πούσουνα μαζί μου στά καράβια στίς Μυλλες,
τό πτώμα πού φύτεψες πέρισυ στόν κήπο σου
ξεκίνησε μήπως νά βλασταίνει; Θ’ ανθίσει φέτος;
Ή ο ξαφνικός πάγος διέκοψε τόν ύπνο του;
Κράτα τόν Σκύλο μακριά, γιατί είναι ανθρώπου φίλος
καί μέ τά νύχια του ξανά θά τόν ξεθάψει!
‘Εσύ hypocrite lecteur! - mon semblamble, -mon frere!’

Posted by Basileios at October 27, 2005 5:27 PM

Comments

Post a comment




Remember Me?

(you may use HTML tags for style)