« September 2005 | Main | November 2005 »
October 31, 2005
A Game of Chess
Ενα παιχνίδι σκάκι
Η καρέκλα πού καθόταν σάν γυαλισμένος θρόνος
έλαμπε στό μάρμαρο κεί πού τό γυαλί
πού τό κρατούσαν στηρ΄λιγματα κεντημένα με γεμάτααμπέλια
απ΄τά οποία ένας χρυσός Έρως κρυφοκοιτούσε έξω
(ένας άλλος έκρυβε τά μάτια πίσω απ΄τά φτερά του)
διπλασίαζε τίς φλόγες ενός επταπλού κηροπήγιου
ανακλώντας τό φώς απ΄τό τραπέζι καθώς
η λάμψη απ΄τ΄απετράδια της ερχόταν νά τό συναντήσει
από σατενένια κουτιά μέ πλούσιο περιεχόμενο
σε φιάλες από ελεφαντόδοντο καί χρωματιστό γυαλί
ανοιχτά , πήγαζαν τά συνθετικά της αρώματα
σ΄αλοιφή σέ σκόνη σέ υγρό - μπερδεμένα, ανακατωμμένα
πνίγαν την αίσθηση σέ οσμές, ανακατωμμένα απ΄τόν αέρα
πού φρεσκάριζε απ΄τ΄ανοιχτό παράθυροκι ανέβαιναν
παχαίνωντας τίς φλόγες τών κεριών
καί ρίχνανε τόν καπνό τους στην ταβάνι
μπλέκωντας τά σχήματα τών διακοσμήσεων.
Μεγάλο θαλασσόξυλο ταισμένο με χαλκό
εκαιγε πρασινο καί πορτοκαλί, μέ την πολύχρωμη πέτρα για κορνίζα
καί στό θλιμμένο φώς σκαλισμένο ενα δελφίνι κολυμπούσε.
Πανω απ΄τόρείθρο παρουσιάζωνταν
σάν ενα παράθυρο σε δασική εικόνα
η αλλαγή της Φιλομήλας από τόν βάρβαρο βασιλιά,
τόσο άγρια βιασμένη. Κι όμως εκεί τ΄αηδόνι
γέμιζε τήν έρημο μέ ανέγγιχτη φωνή
κι ακόμη κλαέι κι ακόμει ο κόσμος καταδιώκει.
‘Τηρεώτ τηρεώτ’ στά βρώμικα αυτιά.
Καί άλλα βίαια κομμάτια χρόνου
ακούκωνταν σ΄αυτούς τούς τοίχους. Μορφές πού σέ κοιτούσαν
έσκυβαν πρός τά έξω κλείνοντας τό δωμάτιο.
Βήματα ανακατεύτηκαν στή σκάλα.
Κάτω απ΄τό φώς, κάτω απ΄την χτένα τά μαλλιά της
απλώθηκαν πύρινες γλώσσες
λάμψανε λόγια κί ύστερα η φοβερή ηρεμία.
‘Τά νεύρα μου είναι χάλια απόψε. Ναί χάλια. Μείνε μαζί μου
Μίλα μου. Γιατί ποτέ δέν μου μιλάς; Μίλα.
Τί σκέφτεσαι; Ποιά σκέψη; Ποιά;
Ποτέ δέν ξέρω τί σκέφτεσαι. Σκέψου.’
Σκέφτομαι πώς είμαστε στην αυλή των αρουραίων
οπου οι νεκροί χάνουν τα κόκαλά τους.
‘Τί είναι αυτός ό θόρυβος;’
Ο αέρας κατ΄απ΄την πόρτα.
‘Τί είναι τώρα αυτός ό θόρυβος; Τί κάνεί ό αέρας;’
Τίποτε, ξανά τίποτε.
Δέν ξέρεις τίποτε; Δέν βλέπεις τίποτε; Δέν θυμάσαι
‘Τίποτε;’
Θυμάμαι.
Αυτά ειναι τά μαργαριτάρια πού ήταν κάποτε τά μάτια του.
‘Είσαι ζωντανός ή όχι; Δέν έχεις τίποτε στό κεφάλι σου;’
Μά,
Ω Ω Ω Ω Αυτό τό Σεκσπηρικό κομμάτι-
τόσο κομψό
τόσο έξυπνο
‘Τί θά κάνω τώρα. Τί θά κάνω;’
Θά τρέξω όπως είμαι καί θά περπατήσω στούς δρόμους
μέ τά μαλλιά λυτά, έτσι. Τί θά κάνουμε αυριο;
Τί θά κάνουμε γιά πάντα;
Τό ζεστό νερό στίς δέκα.
Κί αν βρέξει ένα κλειστό αμάξι στίς τέσσερις.
Κάι θά παίξουμε ένα παιχνίδι σκάκι
κλείνωντας τά αβλέφαρα μάτια καί περιμένωντας ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν ό άντρας τής Λίλ φόρεσε τά πολιτικά, τής είπα -
δέν μάζεψα τά λόγια μου, τής τάπα
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ
Τώρα πούρχεται ό Άλμπερτ φτιάξου λιγάκι.
Θά θέλει νά μάθει τί έκανες μέ τά λεφτά πού σούδωσε
νά φτίάξεις τά δόντια σου. Τής τά δωσε ήμουν εκεί.
Βγάλτα όλα Λίλ, τής είπε, κάι βάλε καινούρια όμορφα
Τής είπε, σ΄ ορκίζομαι, δέν μπορώ νά σέ βλέπω.
Ούτε καί γώ μπορώ, τής είπα, καί σκέψου τόν καημένο τόν Άλμπερτ
Στό στρατό τέσσερα χρόνια, θά θέλει νά περάσει τόν καιρό του καλά,
κί άν δέν του τον δώσεις εσύ, θά τού τόν δώσουν άλλες.
Ωστε άλλες μού λεει. Κάτι τέτοιο τής λέω.
Τότε νά ξέρω ποιόν νά ευχαριστήσω μού λεει καί μού ριξε μιά σοβαρή ματιά.
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ
Αν δέν σ΄αρέσει συνέχισε έτσι, τής λέω
Άλλες μπορούν νά διαλέγουν άν εσύ δέν μπορείς.
Μά άν σού φύγει ό Άλμπερτ δέν θά ναι επειδή κανένας δέν σού τόπε.
Θάπρεπε νά ντρέπεσαι της λέω νά δείχνεις τόσο αρχαία.
(καί είναι μόλις τριανταένα)
Δέν μπορώ νά κάνω τίποτε μούπε, καί κρέμασε τά μούτρα,
Είναι τά χάπια πού πήρα γιά να τά βγάλω πέρα μούπε,
(έχει ήδη πέντε κάι κόντεψε νά πεθάνει στόν Τζώρτζ).
Ό φαρμακοποιός μούπε πώς θάταν όλα καλά μά ποτέ δέν συνήλθα.
Είσαι εντελώς ανόητη τής είπα.
Λοιπόν, αν δέν σ΄αφήσει μόνη ό Άλμπερτ, έτσι είναι τής είπα,
Γιατί παντρεύτηκες αφού δέν θέλεις παιδιά.
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ
Λοιπόν, αυτην την Κυριακή ό Άλμπερτ γύρισε σπίτι κί είχαν μπριζόλες
και μέ καλέσαν γιά φαγητό, γιά να τις φάμε ζεστές-
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ
ΒΙΑΣΤΕΙΤΕ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ
Καλ’νύχτα Μπίλ, Καλ’νύχτα Λού. Καλ’νύχτα.
Αντίο. Καλ’νύχτα. Καλ’νύχτα.
Καλη νύχτα, Κυρίες, Καλή νύχτα, γλυκιές κυρίες, καλή νύχτα,
καλή νύχτα.
Posted by Basileios at 6:54 AM | Comments (0)
October 27, 2005
The burial of the dead
Η ταφή τών νεκρών
Ο Απρίλης ειναι ο σκληρότερος μήνας, ανθίζοντας
τά λίλα στήν νεκρή χώρα, μπλέκοντας
την μνήμη μέ τόν πόθο, ανακατέβοντας
τίς σκληρές ρίζες μ’ ανοιξιάτικη βροχή.
Ο χειμώνας μάς κράτησε ζεστούς, καλύπτωντας
την γή μ΄ ένα χιόνι λησμονιάς, ταιζωντας
λίγη ζωή μέ ξεραμένα μήλα.
Τό καλοκαίρι μας ξάφνιασε, όταν ερχόμασταν από τό Σταρνμπεργκερση
μέ μιά ψιλή βροχή. σταματήσαμε στούς στήλους
καί μέσα στόν ήλιο πήγαμε στό Χοφγκαρτεν,
κί ήπιαμε καφέ, καί μιλήσαμε γιά μια ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutch.
Κί όταν είμαστε παιδιά, μέναμε στού αρχιδούκα,
τού ξαδέρφου μου, μέ πήγε βόλτα μέ τό έλκηθρο
καί γώ φοβήθηκα. Καί μούπε, Μαρί,
Μαρί κρατήσου. Καί κυλάγαμε πρός τά κάτω.
Στά βουνά, αισθάνεσαι ελεύθερη.
Διάβαζω, πολλές ώρες την νύχτα, καί πάω στόν νότο τό χειμώνα.
Τί είναι οι ρίζες πού κρατούν, ποιά κλαδιά βγαίνουν
απ΄αυτά τά πέτρινα σκουπίδια; Υιε τού ανθρώπου,
δέν μπορείς νά πείς, ή να μαντέψεις, γιατί ξέρεις μονάχα
ένα σωρό σπασμένες εικόνες, εκέι πού τρυπάει ο ήλιος,
καί τό ξερό δέντρο δέν δίνει σκιά, ούτε τό τριζόνι ανακουφιση,
κί ούτε η ξερή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
κάτω απ΄αυτόν τόν κόκκινο βράχο υπάρχει σκιά,
(έλα καί σύ κάτω από την σκιά τού κόκκινου βράχου),
Καί θά σού δείξω κατι διαφορετικό
από την πρωινή σκιά σου πού πίσω σου σ΄ακολουθά,
κι από την απογευματινή σκιά σου πού ανατέλει να σέ συναντήσει.
Θά σού δείξω τόν φόβο σέ μιά χούφτα χώμα.
Frisch weht der Wind
Der heimat zu
Mein Ιrisch Kind,
Wo weilest du?
‘Μού δωσες υακίνθους πρώτη φορά πρίν ένα χρόνο.
Μέ λεγαν τό κορίτσι μέ τούς Υακίνθους’
-Όμως όταν ήρθες από τόν κήπο μέ τους Υάκινθους,
μέ τά χέρια σου γεμάτα κάι τά μαλλια βρεγμένα, δέν μπρούσα
νά μιλήσω, ή νά κρατήσω τά μάτια μου, δέν ήμουν
ούτε νεκρή ούτε ζωντανή, καί δέν ήξερα τίποτα
κοιτώντας μές στην καρδιά τού ήλιου, τήν σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.
Η Μαντάμ Σόσοστρις, διάσημη μάντισσα,
είχε κρυώσει άσχημα, όμως
είναι γνωστή σάν η σοφότερη γυναίκα τής Ευρώπης,
μέ την φοβερή της τράπουλα. Αυτό, μούπε
είναι τό χαρτί σου, ό πνιγμένος ναυτικός απ΄την Φοινικία,
(Αυτά ναι τά μαργαριτάρια πούτανε καποτε τά μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ ειναι η Μπελλαντόνα, ή Κυρία των βράχων
η Κυρία τών καταστάσεων.
Εδώ είναι ό αντρας μέ τά τρία μπαστούνια, εδώ ο Τροχός,
κι εδώ ό έμπορος μέ τόνα μάτι, κί αυτή η κάρτα
πούναι κενή, είναι κάτι πού κουβαλάει στην πλάτη του,
μά πού δέν μπορώ νά δώ. Δέν βρίσκω
τόν Κρεμασμένο. Νά φοβάσαι θάνατο από νερό.
Βλέπω πολλούς ανθρώπους νά περπατούν σέ κύκλο.
Ευχαριστώ. Αν δείτε την κυρία Εκουιτόνη
πέςτε της πώς θά φερω τό ωροσκόπιο η ίδια.
Πρέπει νά είναι κανείς προσεκτικός αυτές τίς μέρες.
Ψεύτικη Πόλη,
κάτω από την καφετιά ομίχλη μιάς χειμωνιάτικης αυγής
ένα πλήθος μπήκε από την γέφυρα τού Λονδινου, τόσοι πολλοί!
Δέν ήξερα πώς ο θάνατος είχε πάρει τόσους πολλούς.
Αναστεναγμοί ρηχοί, σπανια ακουγόταν
κι ο καθένας είχε τή ματιά μπροστά στά πόδια του.
Μπήκαν πάνω στόν λόφο καί στην οδό King William
οπού η αγία Μαρια του Γουλνοθ χτυπούσε τίς ‘Ωρες
μ΄ έναν νεκρό ήχο στόν τελευταίο κτύπο τών εννιά.
Εκεί είδα κάποιον πού ήξερα καί τον σταμάτησα φωνάζωντας: ‘Στέτσον!
εσύ πούσουνα μαζί μου στά καράβια στίς Μυλλες,
τό πτώμα πού φύτεψες πέρισυ στόν κήπο σου
ξεκίνησε μήπως νά βλασταίνει; Θ’ ανθίσει φέτος;
Ή ο ξαφνικός πάγος διέκοψε τόν ύπνο του;
Κράτα τόν Σκύλο μακριά, γιατί είναι ανθρώπου φίλος
καί μέ τά νύχια του ξανά θά τόν ξεθάψει!
‘Εσύ hypocrite lecteur! - mon semblamble, -mon frere!’
Posted by Basileios at 5:27 PM | Comments (0)
October 19, 2005
Ο έρωτας και η κλανιά...
Love is the fart
       of every heart
             For when held in,
                   doth pain the host,
                         But when released,
                                Pains others most.
Sir John Suckling (1609-1642)
Posted by Basileios at 12:16 PM | Comments (0)
October 10, 2005
Ευτυχία

Ευτυχία δεν είναι να κοιμάσαι ανέμελα μόνο, μα να νιώθεις πως δεν έχεις θυσιάσειτον ανέμελο ύπνο του παιδίου σου στο βωμό του οποιουδήποτε εργοδότη.
Posted by Basileios at 11:04 AM | Comments (0)
October 8, 2005
Zappa, Zappa και Ζάππα
Ένα κείμενο κίνησε λίγο τις σκέψεις μου σχετικά με τον καλλιτέχνη στο πλαίσο της εποχής του. Σε τελευταία ανάλυση ο καλλιτέχνης είναι καλλιτέχνης ότι και να κάνει όπου και να βρίσκεται (ας δείτε και την νουβέλα Oblivion του David Foster Wallace)...
Από την άλλη μεριά σκέφτηκα τον δίσκο Francesco Zappa του Frank Zappa. Ο μέγας Frank Zappa (προέρχειαται και από ελληνική ρίζα συγγενική του εθνευεργέτη Ζάππα) ανακάλυψε στην βιβλιοθήκη του Berkeley τις παρτιτούρες κάποιου μουσικού του 18ου αιώνα με το όνομα Francesco Zappa και με βάση αυτά έφτιαξε τον ομώνυμο δίσκο (παίζωντας τα έργα στο Synclavier του).
Την ίδια εποχή που ο Mozart έφτιαχνε την εμετική POP μουσική του για αυλικούς και κόλακες κερδίζωντας φήμη και υστεροφημία, πέρασαν στην αφάνεια μια σειρά από καλλιτέχνες και δημιουργοί που ίσως ίσως δημιουργούσαν πολύ πιο ποιοτικά έργα από αυτόν τον μισότρελλο διάβολο.
Posted by Basileios at 8:21 AM | Comments (0)