« Ημιτελείς Ιστορίες | Main | Ιστορια »

February 4, 2005

Γκάζι 2005

Η Αθήνα είναι γεμάτη από ψεύτικα απογεύματα. Ψημένες, ηλιοκαμένες απόψεις σε έναν ουρανό γεμάτο από τα κτίρια που κάποτε αποτελούσανε τα κομψοτεχνήματα των εργατών και σήμερα κατάντησαν τα ωραία περιθώρια της ζωής του γιάπη. Ένα ντεκόρ φτιαγμένα για λίγους, μα αρκετούς ώστε να μπορούν πια να αποτελούν το παράδειγμα για τους υπόλοιπους.

Συγκρατώντας τα δάκρυα και τα απόμερα κομμάτια του απογεύματος μέσα σε μια μήτρα γεμάτη από το υγρό της ξεγνοιασιάς, τροφοδοτούμενος από τον πλακούντα της αηδίας και της απόρριψης διατηρώ την ψυχραιμία που οι στιγμές μας απαιτούσαν. Οι σκέψεις δεν έμειναν πάνω στο χάρτινο τραπεζομάντιλο, παρά πέρασαν για να ξεφύγουν τρέχοντας σαν τους ύποπτους διαβάτες που ποτέ δεν λιγοστεύουν.

Απόγευμα. Συγκρατημένο. Ανείπωτο. Απερίγραπτο. Απρόβλεπτο. Απρόσμενο. Αηθές.

Βαρετό.

Καθισμένος οκλαδόν σε μια λευτεριστική σαβούρα, ανάμεσα σε θορύβους γεμάτους ανυπαρξία, ασκιά με πύο, φαγητά γεμάτα από ξερατά και πρόσωπα δίχως χαρακτηριστικά προσπαθώ να διατηρήσω όλα όσα δεν έχω καταφέρει να χάσω. Η μνήμη μου είναι το δέντρο που τα φύλλα του πέφτουν ένα ένα σιγά σιγά. Αποχαιρετώ κάθε στιγμή και από κάποιο κομμάτι του παρελθόντος - του δικού μου μα και όλων των άλλων που η ζωή τους στηρίζεται επάνω μου – σαν να είναι η τελευταία στιγμή της ύπαρξης τους.

Ήρθε στην μνήμη μου εκείνη η ιστορία που είχα γράψει όσο ήμουν στρατιώτης, που αν και ήταν η μόνη ιστορία που προσπάθησα να δημοσιεύσω με κάποιο ημι-επίσημο τρόπο το μόνο της αντίτυπο που διατήρησα ήταν αυτό που η μνήμη μου κατείχε εκείνη τη στιγμή και που εκείνο το απόγευμα μου έφερε στον νου με την συγγενή με τον στρατό απραγία του.

Εξαφανισμένο το διήγημα στα δίχτυα κάποιου σβησμένου σκληρού δίσκου, μέσα στα γρανάζια ενός απρόσωπου συστήματος από το οποίο περιμένει να εξαφανιστεί. Αλίμονο, δεν πρόκειται ποτέ ξανά να έρθει στην επιφάνεια εκείνη η ιστορία μια που οι συνθήκες δεν πρόκειται ποτέ να είναι ίδιες ώστε να ξαναδημιουργηθεί έστω και με συγγενικό τρόπο. Κάθε τι που δημιουργείται μια φορά είναι τόσο αυτόνομο και μοναδικό που καμιά διόρθωση, επιδιόρθωση ή μεταγραφή δεν μπορεί να το επαναφέρει στην λεπτομερή ματαιότητα της ύπαρξής του.

Ο Πιερ Μενάρντ που κατάφερε να γράψει τον Δον Κιχώτη από την αρχή – και με τους δύο διαφορετικούς τρόπους της προσπάθειάς του - αποτελεί μια τόσο ηλίθια περίπτωση ανθρώπου που χαράμισε την ζωή του πάνω σε μια βλακώδη ιδέα, έστω και μέσα στην αψεγάδιαστη ανυπαρξία του, γιατί δεν κατάλαβε την σημασία της διαφορετικότητας ακόμη και στην προσπάθεια τελειοποίησης των λέξεων και των φράσεων που αποτελούν ένα αριστούργημα. Ο χρόνος απλώς συνέτριψε την προσπάθεια του σε μια λήθη λογοτεχνικής επιτυχίας και τον καταδίκασε στην απόλυτη ποινή της συλλογής ασήμαντων βραβείων τιμών και επάινων που σιγά σιγά τον μετέτρεψαν σε λογοτεχνικό απολίθωμα μουσειακής αξίας.

Τα πογεύματα γίνονται βράδυα τόσο ψεύτικα όσο και τα ίδια μια που ο χρόνος δεν γνωρίζει άλλο σε αυτήν εδώ την στρογγυλή γωνια του Σύμπαντος. Πόσο ανόητα συνεχίζονται τα πράγματα όταν ξέρεις πως το επόμενο – ψεύτικο - πρωί δεν θα υπάρχει κανείς να τα θυμάται.

Posted by Basileios at February 4, 2005 10:37 PM

Comments

Post a comment




Remember Me?

(you may use HTML tags for style)